Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Τα κοστούμια που κλαίνε-Σάκης Αθανασιάδης


               
   Τα κοστούμια που κλαίνε 

Μην ξυπνάς το παιδί μες την νύχτα
Μείναμε μόνοι κι εσύ χαμογέλα
Φτιάξε ένα όνειρο στο μαξιλάρι του να βρει
Το πρωί στην ομίχλη τις λίμνης

Μην κοιτάς την βροχή και θυμώνεις
Έλα ξανά με την τρύπια ομπρέλα
Μέσα στην λάσπη να ανοίξουμε δρόμο
Να αλλάξουμε μάτια για πρώτη φορά

Αφού κανείς εδώ δεν θα πει καλημέρα
Κανείς θα πει γίνεται πόλεμος
Άγνωστες πόλεις θα καίγονται λίγο ποιο πέρα
Και οι πρόσφυγες θα μοιάζουν πληγή

Μα μην φοβάσαι αυτούς που φωνάζουν
Για να σε σπάσουν και δηλώνουν θεοί
Διώξ’ τους μακριά κι όρθια στάσου
Κάτω απ’ τον ήλιο θα μοιάζεις θεά
  
Αφού κανείς εδώ δεν θα πει καλημέρα
Άκουσε τώρα στην ψυχή σου την βροχή
Σπάσε μονάχη με πέτρες ένα όπλο
Κάποιος φτωχός απόψε να σωθεί

Και μην ακούς τα κοστούμια που κλαίνε
Μέρα και νύχτα στο κρύο γυαλί
Ότι τελειώνει αρχίζει αύριο από εσένα
Σε μια πατρίδα που διψάει για φιλί

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Το αίμα της Δημοκρατίας-Σάκης Αθανασιάδης

Το αίμα της Δημοκρατίας

Τώρα που κοιμήθηκαν οι φωνές
Θα βγω απ’ τη φυλακή των λέξεων
Με γραμμένα συνθήματα στο σώμα 
Ντυμένος στις εκπτώσεις των Μ.Μ.Ε. επανάσταση
  
Κουρασμένος απ΄ τις νύχτες του καιρού
Θα βοηθήσω  τους παρατημένους στη σκόνη
της ανάγκης αστυνόμους να καθαρίσουν την πλατεία
Απ’ το αίμα της Δημοκρατίας

 Στο πλήθος θα χαθώ
Ακολουθώντας βιαστικά βήματα
Στον κίτρινο αέρα των δακρυγόνων
  
Τώρα...  που η πόλη ντυμένη στα κόκκινα
Παρατημένη εταίρα στην χώρα του Περικλή
Ξυπνά απ' τη λήθη τους ποιητές
Ζητιανεύει  όνειρα
Να κολλήσει στα άδεια μάτια των παιδιών

Τώρα... που ακούγονται καθαρά οι κραυγές
θα βγω απ’ τη φυλακή των λέξεων
Γλιστρώντας στο ζεστό κόκκινο αίμα της Δημοκρατίας
Σάκης Αθανασιάδης 
·         

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Έξω απ’ την πόρτα του θανάτου-Σάκης Αθανασιάδης


               
Έξω  απ’ την πόρτα του θανάτου

Κλάψε όσο μπορείς περισσότερο
Πιες μέχρι την πόρτα του θανάτου
Φτάσε αν θέλεις στο τίποτα ακίνητος
Αυτό που σε καίει άφησέ το να σε κάψει
Μετά από αυτό θα είναι εύκολο να περπατήσεις
Αν καταφέρεις όρθιος να σηκωθείς

Κάψε ότι μπορείς να κάψεις που σε καίει
Άλλαξε τα μάτια κρυφά στον δρόμο
Πλήρωσε ότι είναι να πληρώσεις για να ελευθερωθείς
Η ταύτιση στις φωνές του όχλου είναι παραίτηση
Και μην βάζεις σύνορα στην θάλασσα γιατί χαλάς τα όνειρα

Γράψε στον καθρέπτη σου:
«Ότι με πληρώνει κάποια στιγμή θα με σκοτώσει
με τις αλυσίδες του
Τίποτε δεν είναι καλύτερο
Από το να μην πληρώνομαι για τίποτα
Η τέχνη με σώζει απ’ την σκόνη
Είναι το καλύτερο φάρμακο για το αίμα μου»
Καθάρισε τον καθρέπτη και μετά κρύψε τα λόγια στην καρδιά

Φτιάξει μια καλύβα μικρή
Να ξαποστάσει ο ζητιάνος όταν βρέχει
Ο έρωτας έχει φωνή που την ακούς μόνο εσύ
Η πίστη στα χρήματα είναι η άρνηση της αθανασίας
Θυμήσου, ένα σώμα έχει λιγότερη μοναξιά από δυο κρύα σώματα

Μην ακούς τις φωνές του δρόμου
Η αντιγραφή της ζωής είναι το δικό σου τέλος 
Με ενδιάμεσες διαφημίσεις μοναξιάς
Μετά από αυτό θα είναι εύκολο να αγαπήσεις

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Κλέφτης της βροχής-Σάκης Αθανασιάδης

Κλέφτης της βροχής

Πάντα ήθελα μια θάλασσα
Το σώμα της να χαϊδεύω
Κι όλο αναζητούσα κύματα
Στους δρόμους να ζεσταθώ

Μα τώρα είμαι εδώ και γράφω απλά για σένα
Γιατί πριν από σένα δεν υπήρχε τίποτα
Γιατί πριν από σένα δεν υπήρχε φως 

Μόνο οι δρόμοι της νύχτας υπήρχαν
Καμένοι από τσιγάρα
Προφήτες που έβριζαν συνεχώς

Μη μου το πεις αν είμαι κλέφτης της βροχής
Γιατί  είσαι η θάλασσα που το σώμα μου έχεις

Πάντα ήθελα να ήμουν  κοντά
Στα ορμητικά νερά του Αξιού
Τον παγωμένο ήλιο να βλέπω
Να αντέχω  ξανά και ξανά
Στους υπονόμους των λογικών

Πριν από σένα δεν υπήρχε τίποτα
Πριν από σένα φώναζε μόνο η σιωπή
Σε ποιον να μιλούσα και να πω τι
Χιλιάδες νόμοι με αναγνώριζαν  σαν αριθμό

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Θάλασσα Ομόνοιας-Σάκης Αθανασιάδης

Α. Τάσσος-χαρακτικό «17 Νοέμβρη 1973»
                          
            Θάλασσα Ομόνοιας

Περνούσαν οι Νοέμβρηδες από την Πατησίων
Φωνάζανε συνθήματα στην θάλασσα Ομόνοιας
Χτυπούσαν τα παράθυρα 
Μα η θάλασσα κοιμόταν
Ο άνεμος έπαιρνε τα συνθήματα μακριά
Κι όσο περνούσε ο θυμός και τα μαλλιά αρπίζανε
Τα λιώσανε οι Δεκέμβρηδες σαν να ήταν παγωτά

Σε άγνωστα μέρη περπατώ παρατημένα
Το καλοκαίρι κράτα αγκαλιά
Στα μάτια σου για μένα που είμαι  ξένος
Χειμώνας ήτανε εδώ Χειμώνας είναι ακόμα
Κάποια πληρώθηκαν με μετρητά
Και κάποια πια φωνάζουν μόνο για το κόμμα

Όσο περνούσε ο καιρός γνωστοί χαθήκανε
Κάθισαν στις καρέκλες τους και μέτραγαν τα λόγια
Που πήγαν οι Νοέμβρηδες ποτέ τους δεν μου είπανε
Κοιτούσαν να χαλάσουν της μνήμης τα ρολόγια

Κι έτσι το μαύρο απλώθηκε μακριά ως την Σαλονίκη
Σε κάμπους, σε λιμάνια, σε χωριά
Και οι φοιτητές ξεχάστηκαν στο απλήρωτο το νοίκι
Οι βάρβαροι επιστρέψαν και μοιράζαν δανεικά

Σε άγνωστα μέρη περπατώ
Πεθαίνω για μια μέρα
Σηκώνομαι κι αναζητάω τον θεό
Που πήγαν οι Νοέμβρηδες ποτέ πια δεν ρωτάω
Τα μάτια τους γνωρίζω αν τα δω
 Το δαχτυλίδι της ελευθερίας -Σάκης Αθανασιάδης (2020)

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Ειδομένη, τα μάτια γέμισαν χώμα-Σάκης Αθανασιάδης

Ειδομένη, τα μάτια γέμισαν χώμα
Στρίβω  και πάλι αριστερά πριν απ’ το τελωνείο
Ακολουθώ στον άδειο δρόμο
Τη ψυχή μου που τρέχει μπροστά
Περνάω το ποτάμι του δάσους τη καρδιά
Αέρας καυτός μου φράζει το στόμα
Φτάνω ως το σταθμό του τρένου
Ο ιδρώτας του Αυγούστου κολλάει το μυαλό
Με σημαδεύουν αστυνόμοι με όπλα
Σαν να φωνάζουν τι γυρεύει αυτός εδώ
Σταματάει το τρένο ακούω απ’ τα βαγόνια φωνές
Κλαίνε μωρά σε ιδρωμένες αγκαλιές
Καίνε τα μάτια των αγγέλων απ’ τις πολλές προσευχές
Βγάζουν φωτιά που λιώνει τη μέρα
Το πλήθος περπατάει αργά στις γραμμές
Να φτάσει τα σύνορα, να τα σπάσει
Κάποιος σηκώνεται, πέφτει, τρέχει μπροστά
Αστυνόμοι κοιτούν μα δεν βλέπουν
Ο ήλιος πέφτει νεκρός στο βουνό
Τα μάτια μου γέμισαν χώμα
Κι είπα απόψε να φτιάξω το τραγούδι αυτό
Να γυρίσεις ψύχη μου στο σώμα
Σάκης Αθανασιάδης