Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2021

Σε κρύβω εκεί που η βροχή δεν μιλάει- Σάκης Αθανασιαδης


 Σε κρύβω εκεί που η βροχή δεν μιλάει

Σου δίνω το χέρι μου για να σε αφήσω
Να κολυμπήσεις στα δικά σου παγωμένα νερά
Σε κρύβω εκεί που η καρδιά δεν ακούει
Να ζεις σαν σκιάχτρο στη δική μου μοναξιά 
 
Μπορώ να δραπετεύσω μια μέρα
Μπορώ να μείνω εδώ και να φυτέψω
Ένα δέντρο στο δάσος
Μπορώ γυάλινα μάτια απ’ τον Όργουελ να κλέψω
 
Τι ζητάω εδώ τι ελπίζω
Γαβγίζει η αγάπη όταν φεύγει
Με δαγκώνει η νύχτα δακρύζω
Κάθε αστέρι θα σβήνει όταν πέφτει
Κοιτάζω στο χάρτη το μέλλον
Σου δίνω το μυαλό μου να κάψεις
Μέσα στις στάχτες ένας άλλος δρόμος
Που δεν θα δεις να αντιγράψεις
 
Σε κρύβω εκεί που η βροχή δεν μιλάει
Να βλέπεις την άνοιξη σε ένα μεγάλο καθρέπτη
Αφού η σιωπή στη ψυχή δεν περνάει
Κάθε αστέρι θα σβήνει όταν πέφτει

Οι άγγελοι δεν λένε καληνύχτα-Σάκης Αθανασιάδης

Οι άγγελοι δεν λένε καληνύχτα

Γίνεσαι νερό χάνεσαι στο δρόμο
Μόλις σε αγγίξω να χαθώ
Μείνε λίγο εδώ λείπει το οξυγόνο
Πια να αναπνεύσω δεν μπορώ

Ντύνεσαι φωτιά να κοιτάζω μόνο
Όταν σε πλησιάσω να καώ
Δώσ' μου μια φορά τον δικό μου ρόλο
Κοίτα πως παραπατώ

Φεύγεις μακριά το κορμί διψάει
Ο καιρός χτυπάει μάλλον θα χαθώ
Ακούω τη βροχή την ώρα που μιλάει
Παράτα τα μου λέει, δεν μπορώ
           
Έψαξα ξανά δρόμοι άγρια νύχτα
Κάθε σου φιλί έχει πια σβηστεί
Οι άγγελοι πετούν δεν λένε καληνύχτα
Κάπου θα χορεύουν μέσα στη βροχή

 

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2021

Ναυαγός στο φεγγάρι του Αυγούστου(Πρώτη δημοσίευση)Σάκης Αθανασιάδης

                                (Πρώτη δημοσίευση)

Ναυαγός στο φεγγάρι του Αυγούστου

 

Τρέχουν σαν τρελά τα αυτοκίνητα

μεθυσμένοι ιππότες την αγάπη γυρεύουν

ναυαγός στο φεγγάρι του Αυγούστου

θα ρωτήσω τα σύννεφα για εσένα αν ξέρουν

 

Μα φοβάμαι αν ρωτήσω τα σύννεφα

με βροχή θα απαντήσουν

θα ρωτήσω  τη θάλασσα μια νεράιδα που πάει

η αγάπη όταν κρυώνει

αν βρήκε σε άλλη αγκαλιά καλοκαίρι

ή αν ξενυχτάει μόνη

 

Ναυαγός στο φεγγάρι του Αυγούστου

τα παπούτσια μου έχω χάσει στα όνειρα

κι αν για σένα πνιγώ στης αγάπης τα κύματα

θα θελα στο φεγγάρι του Αυγούστου να μεθύσεις για εμάς

 

Πέφτουν αστέρια στη θάλασσα

νεράιδες χορεύουν στα κύματα

μια νύχτα ακόμα που τα μάτια μου

γυρεύουν τα δικά σου μηνύματα

μια νύχτα ακόμα που η αγάπη θα γίνει κρασί

Cop.2021Σάκης Αθανασιάδης

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Η Μικρή Συμμορία-ΔΙΗΓΗΜΑ του Σάκη Αθανασιάδη

_Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ-

 ΔΙΗΓΗΜΑ του Σάκη Αθανασιάδη
Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των...
 

Η Συμμορία του Απογεύματος είναι ένα ταξίδι, ένα μαγευτικό ταξίδι, πάνω από τις
κόκκινες πόλεις, πάνω από τις πλατείες του έρωτα με την ανάσα της  ίδιας τη ζωής που πιστά χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη ο συγγραφέας.


_Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ
.
Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν σαν πελώρια χέρια, γυμνά σαν αγάλματα από την πρώτη πάχνη του φθινόπωρου. Στο βάδισμά τους σάρωναν ξερά χόρτα που τα έπαιρνε ο βοριάς και τα ταξίδευε στη θάλασσα. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το ακούραστο μάτι του ήλιου έσπερνε κίτρινο.
Φορούσαν κασκόλ και βαριά πανωφόρια, τα μικρά κορμιά τους έδειχναν σαν πάνινες μπάλες. Μέσα Νοέμβρη και ο ήλιος ήταν ανίκανος να τους ζεστάνει. Η λάμψη του μια αυταπάτη θερμότητας. Μόνο το έντονο φως του έμενε, τόσο πολύ που αν το έκοβες σε φέτες και το έκανες εξαγωγή σαν Ελλάδα θα γινόσουν πλούσιος.
Με τις ανάσες τους ζέσταιναν τα χέρια μιλώντας μεταξύ τους συνωμοτικά κι ανέβαιναν όλο και περισσότερο το ύψωμα. Λαχανιασμένοι, αλλά και σίγουροι πως η αποστολή τους άξιζε κάθε θυσία. Στις χούφτες τους κρατούσαν θρίαμβο, μα άφηναν τα χαμόγελα για αργότερα, όταν η αποστολή θα τελείωνε.
Φτάνοντας στο στόχο τους μαζεύτηκαν όλοι πίσω από ένα τοίχο, για να ξεκουραστούν. Με τα μάτια τους έψαξαν τη γύρω περιοχή, δεν υπήρχε κανείς.
«Περιμένετε, θα πάω εγώ» φώναξε ο Κώστας και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα του μικρού ναού.
«Πρόσεχε να μην αφήσεις αποτυπώματα» τους φώναξαν οι άλλοι που έμειναν πίσω.
«Είμαστε τυχεροί, είναι ξεκλείδωτα» είπε λίγο πριν χαθεί μέσα στο εκκλησάκι.
Στάθηκαν όλοι ακίνητοι για ένα λεπτό, ένα λεπτό που έμοιαζε αιώνας, περιμένοντας την τιμωρία από τον ουρανό. Αφού δεν έγινε τίποτε άρχισαν να πανηγυρίζουν.
«Το δάχτυλό σου τρέχει ακόμη αίμα» είπε με συμπόνια ο Παύλος στο φίλο του καθώς άφηναν πίσω τους το εκκλησάκι.
«Το τρύπησα αρκετά» του απάντησε ο Κώστας φέρνοντας το πληγωμένο δάχτυλο στο στόμα, για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Πάμε στα αμπέλια να κρυφτούμε κι από εκεί να βλέπουμε τον κόσμο όταν φτάσει» ακούστηκε να λέει ο Δημήτρης που ήταν ο μικρότερος της παρέας, σηκώνοντας ψηλά τα βαριά κιάλια του πατέρα του που είχε μαζί. 
Οι σφεντόνες χτυπούσαν στο στήθος τους καθώς άρχισαν να τρέχουν. Τα πρώτα δέντρα τους έκρυψαν στις σκιές τους. Τα είχαν καταφέρει και κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, σίγουρα ήταν ανίκητοι σαν τους ήρωες στα βιβλιαράκια που διάβαζαν. Ήταν ο Μπλέκ, ο Ζαγκόρ, ο Όμπραξ και ο Κάπτεν Μάρκ.
Η μικρή συμμορία ξεχύθηκε στα αμπέλια αναζητώντας κάποιο πουλί να χτυπήσει με τις σφεντόνες της. Ο Παύλος, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Τάσος, όλοι κάτω από δώδεκα χρονών. Ρουφούσαν τις ιστορίες από τα κόμικς που διάβαζαν και αγωνίζονταν να ξεπεράσουν τους ήρωές τους. Η παιδική τους άγνοια τους απαγόρευε να δουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τη χαρά της περιπέτειας, αν και η τιμωρία δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη. Η βέργα του δασκάλου παρέμενε μια μόνιμη απειλή. Τα καλοκαίρια που αυτός ο φόβος δεν υπήρχε γύριζαν πάνω κάτω στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ και λειτουργούσαν σαν μια μυστική οργάνωση. Με αρχηγό, υπαρχηγό και μέλη.
Με κοντά παντελόνια έτρεχαν στις γειτονιές σημαδεύοντας με τις σφεντόνες τους εκτός από πουλιά και τζαμαρίες. Μερικές φορές έλυναν από τη βοσκή γαιδάρους τους καβαλούσαν κι έτρεχαν στους χωματόδρομους. Το ποτάμι ήταν το μόνο εμπόδιο που έφραζε την πορεία τους. Από τα αγαπημένα παιχνίδια των μικρών φίλων ήταν τα εμπόδια στους περαστικούς. Κρυμμένοι στην άκρη του δρόμου περίμεναν το θύμα τους και μόλις πλησίαζε στο σημείο της ενέδρας τραβούσαν ένα μακρύ σύρμα και ο περαστικός έπεφτε κάτω σα να τον χαστούκιζε ο θεός. Μετά χάνονταν στο σκοτάδι.
Οι μεγάλες απώλειες από χτυπήματα και σχισμένα ρούχα υπήρχαν στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις άλλες γειτονιές. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, όποια ομάδα έχανε μοίραζε κλωτσιές στα τυφλά κι έτσι η μάχη σώμα με σώμα άρχιζε. Συμμαθητές δεν υπήρχαν, μονάχα αντίπαλοι κι έπρεπε να συντριβούν με κάθε τρόπο.
Κουρασμένοι κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου να μετρήσουν τα πουλιά που είχαν χτυπήσει. Ο Κώστας έλειπε, τον έψαχναν με τα μάτια τους. Ξαφνικά από μακριά άκουσαν τη φωνή του.
«Παιδιά ελάτε…»
Την ώρα που είχαν σκαρφαλώσει σε μια αμυγδαλιά ακούστηκε από το χωριό η καμπάνα της εκκλησίας.
«Ξεκινάνε. Σε μια ώρα θα έχουν φτάσει. Μαζέψτε γρήγορα τα αμύγδαλα να βρούμε ένα σημείο να βλέπουμε καλύτερα» μουρμούρισε ο Κώστας.
Οι χωρικοί βάδιζαν αμίλητοι, τα πόδια τους είχαν το βάρος παρατημένων. Η σκόνη έσμιγε με τα χνώτα τους, αδιαμαρτύρητα έγλυφαν την κόκκινη λάσπη. Κανείς δεν θα ήθελε να κρατήσει στη μνήμη του όλα αυτά τα σκαμμένα απ’ τον μόχθο πρόσωπα, όλοι ήθελαν να τα πετάξουν μακριά σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το ανθρώπινο ποτάμι ανέβαινε με δυσκολία το λόφο. Οι περισσότεροι περπατούσαν έχοντας το κεφάλι σκυμμένο προς τη γη λες και ήθελαν να παρατήσουν την κούρασή τους στο χώμα και να ελευθερωθούν. Πίσω του η κατακίτρινη από την ξηρασία πεδιάδα, δεκάδες χωριά και στο βάθος ο Αξιός ποταμός που το λιγοστό νερό του έφτανε ίσα-ίσα να ξεδιψάσουν τα κοπάδια με τα ζώα.
Θα μπορούσε ο θεός να δώσει εντολή στα σύννεφα να φέρουν βροχή κι όλη αυτή η λύπη να μετατραπεί σε χαρά; Κανείς δεν ήθελε να το συζητήσει με τον διπλανό του. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν ο θεός και σε αυτόν έτρεχαν σήμερα. Χωρίς μεγάλη πίστη.
Ο παπάς του χωριού οδηγούσε την πορεία. Ο βοριάς έπαιζε με το άσαρκο κορμί του, συχνά του σήκωνε το ράσο, του έκρυβε το πρόσωπο κι έπεφτε καταγής, αλλά αυτός πεισματικά αγνοούσε όλα τα εμπόδια και συνέχιζε την πορεία.
Όταν έφτασε έξω από το εκκλησάκι στάθηκε ακίνητος. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε άκεφα τον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς τον κόσμο, μασούλισε μερικές λέξεις που κόλλησαν στα χείλη του και χαμογέλασε λυπημένα.
«Παρακαλώ να περιμένετε όλοι εδώ και να κάνετε απόλυτη ησυχία. Θα πάω μέσα να προσευχηθώ και να φέρω έξω την εικόνα» είπε στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία.
Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα είχε έρθει στη μακεδονική γη μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που κατέκλισαν τα γύρω χωριά και επέβαλαν μια σιωπηλή κυριαρχία στον ντόπιο πληθυσμό καθώς τον βρήκαν αφανισμένο από το ανελέητο κυνηγητό των Βουλγάρων και των Τούρκων. Άλλοτε η εικόνα έκλαιγε κι άλλοτε ακούγονταν ήχοι από το πουθενά. Μερικές γυναίκες έλεγαν πως γέννησαν, ενώ ο γιατρός τους τις είχε βγάλει στείρες, όταν στον ύπνο τους είδαν την εικόνα του αγίου.
Από την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ο παπάς πεσμένος στα γόνατά του να προσεύχεται. Ο κόσμος άρχιζε να μουρμουρίζει για την καθυστέρηση. Αν ήσουν ξένος θα έτρεχες να φύγεις μακριά και να πετάξεις όλη τη λύπη που μάζεψες στο ύψωμα, αλλά σε αυτή τη λιτανεία δεν υπήρχαν ξένοι. Μονάχα οι απελπισμένοι χωρικοί και η μικρή συμμορία που είχε σκαρφαλώσει στα κλαδιά μιας μουριάς και παρατηρούσε με τα κιάλια αυτά που συνέβαιναν στο εκκλησάκι ελπίζοντας το αίμα που έτρεξε από το χέρι του Κώστα να μη πήγαινε χαμένο.
Ξαφνικά ο παπάς σηκώθηκε όρθιος. Πλησίασε την βαριά ξύλινη εικόνα και την πήρε στην αγκαλιά του σαν μωρό, κατόπιν έμεινε ακίνητος. Τα μάτια του βούρκωσαν, το ράσο του βρέχονταν από τα δάκρυα. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς την έξοδο αγνοώντας τις σκόρπιες φωνές και τον κόσμο που τον κύκλωνε. Έσπρωξε μερικούς κι ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να μιλήσει έκλεισε τα μάτια λες και οι εικόνες στη μνήμη του άρχισαν να λιγοστεύουν ή πως είχε ναυαγήσει σε κάποια θάλασσα κι έψαχνε τρόπο να σωθεί.
Σκούπισε τα υγρά του μάγουλα, αφήνοντας να περάσει ένα λεπτό αιώνιας σιωπής. Τέλος, έστρεψε την εικόνα προς το μέρος των χωρικών και τη σήκωσε ψηλά.
«Αυτή είναι η φωνή του θεού. Το αίμα που τρέχει εδώ σήμερα από την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές που ο θεός μας έστειλε ένα σημάδι για να βρούμε την αγάπη στην ψυχή μας» τα χέρια του έτρεμαν από τη συγκίνηση και ανίκανος για μια ακόμη φορά να κρύψει την συντριβή του, κάθισε στη πέτρα.
Το πλήθος γονάτισε. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη κι άρχισε να προσεύχεται.
Ο παπάς σηκώθηκε ξανά όρθιος. Έμοιαζε σαν να γύριζε στο παρόν μετά από ένα μακρινό και κοπιαστικό ταξίδι.
«Θα κάνουμε αγρυπνία σήμερα. Ο θεός είναι μεγάλος και θα μας λυπηθεί αν ζητήσουμε συγνώμη για τις αμαρτίες μας» γύρω του κάποιοι γέροντες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά κοιτάζοντας με δέος τον ουρανό.
«Ο θεός είναι εδώ, δεν μας ξέχασε, ας μην τον αφήσουμε να ξαναφύγει» είπε κάποιος πιο ψύχραιμος.
Ο ήλιος σταδιακά έδυε. Στην τελευταία του βουτιά πίσω απ’ το λόφο ένα κοπάδι μαυροπούλια σκέπασε τον ουρανό, πάνω απ’ τα κεφάλια των χωρικών, πριν χαθεί κι αυτό στο μισοσκόταδο.
Ο παπάς ακίνητος στη θέση του έμοιαζε με λείψανο κάποιας διαλυμένης αυτοκρατορίας.
«Να πάνε μερικοί στο χωριό να φέρουν ρούχα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους» είπε ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του την ώρα που η νύχτα έκρυβε τα πρόσωπα.
Περπατούσαν στο χωματόδρομο με τις τσέπες τους γεμάτες θρίαμβο. Έριχναν πότε- πότε μια ματιά στο εκκλησάκι και γελούσαν με τα σκόρπια φώτα που χόρευαν στο λόφο. Ξαφνικά ο βοριάς που φυσούσε με λύσσα για μέρες σταμάτησε. Τα σύννεφα άρχισαν να μουτζουρώνουν το φεγγάρι ώσπου το έσβησαν, την ώρα που τα παιδιά πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια του χωριού.
«Καλά τα καταφέραμε» είπε στους φίλους του ο Κώστας.
«Ο Μπλεκ δεν χάνει ποτέ» απάντησε ο Τάσος κι έσφιξε τη σφεντόνα.
«Παιδιά βρέχει…» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. «Πάμε στα σπίτια μας γρήγορα θα γίνουμε μούσκεμα»
«Ουγκ…ο μεγάλος Μανιτού στέλνει τα δάκρυά του στα χλομά πρόσωπα» ψέλλισε ο Δημήτρης, παριστάνοντας τον ινδιάνο κι άρχισε να τρέχει καθώς η βροχή δυνάμωνε.
Μια συμμορία του απογεύματος, πολύ μακριά απ’ τον έρωτα, απ’ τον θάνατο και το φόβο…

Ο Σάκης Αθανασιάδης γεννήθηκε το 1965 στο Άγιο Πέτρο του Κιλκίς και από τις όχθες του Αξιού ποταμού βρέθηκε στα ανθρώπινα ποτάμια της Αθήνας κυνηγώντας μια θέση στα Ελληνικά γράμματα. Τώρα διαμένει στην Λαμία, όπου εργάζεται στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ ποιήματά του βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες. Έχει κυκλοφορήσει δέκα βιβλία με ποιήματα, δύο βιβλία με διηγήματα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Οι ArpeggiosMP το 2012 είναι οι πρώτοι που μελοποίησαν στίχους του και παρουσίασαν σε μορφή video (youtube), ενώ η πρώτη του δισκογραφική παρουσία γίνεται στο τέλος του 2012 στο CD : Από το Μηδέν, του Γ. Δημητριάδη, το 2019 στίχοι του βρίσκονται στο CD : Το μεταξύ μας διάστημα του Β. Καζαντζή.


Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Ένα καλοκαίρι καρφωμένο στο μάγουλο -Σάκης Αθανασιάδης

Ένα καλοκαίρι καρφωμένο στο μάγουλο
 

Πατάει στις μύτες των ποδιών της
Και στον αέρα κολυμπάει
Σχεδιάζει χάρτινα πιστόλια
Και μια σφαίρα που χτυπάει

Μου λέει πως με αγαπάει
Αν θα χαθώ πολύ θα κλάψει
Μετά απλά θα με ξεχάσει
Κάθε φιλί μου θα το κάψει

Εγώ απλώνω τα εργαλεία
Φτιάχνω τραγούδια από χώμα
Της τα χαρίζω σαν παιγνίδια
Μα αυτή επιμένει να γελάει 

Με ένα καλοκαίρι καρφωμένο στο μάγουλο 
Ακόμη ελπίζω
Πως όταν κλείσει για καλά η πληγή
Θα πιστεύω σε αυτό που εγώ χτίζω

Πατάει στις μύτες των ποδιών της
Και στον αέρα κολυμπάει
Βασιλική ονόμασα την σφαίρα
Μα κάπου-κάπου το ξεχνάω

Μου λέει πως με αγαπάει
Πως είμαι ελεύθερος να φύγω
Κι εγώ ανοίγω μια πόρτα
Με ένα καλοκαίρι καρφωμένο στο μάγουλο 
Ακόμη ελπίζω

 

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2021

Και η αγάπη άφησε χιλιόμετρα να σβήσω-Σάκης Αθανασιάδης

Και η αγάπη άφησε χιλιόμετρα να σβήσω

Το πρώτο καλοκαίρι που ήσουνα μακριά
Είπα θα κρύψω τα όνειρα, θα προσπαθήσω
Μα οι ώρες κύλαγαν αργά
Και οι μέρες πήγαιναν πίσω και πάλι πίσω

Σου στέλνω ένα αστέρι για να πας
Το χρόνο άμα θέλεις πίσω
Καμιά φορά νομίζω πως γελάς
Και μες το όνειρο ζητάς να σε αφήσω

Το πρώτο καλοκαίρι που ήσουνα μακριά
Είπα θα ρίξω σύνορα για να κερδίσω
Μα είχες αλλάξει  πια πολύ
Και η αγάπη άφησε χιλιόμετρα να σβήσω

Σου στέλνω ένα κρασί άμα διψάς
Να πιεις πολύ να σε ζαλίσω
Καμιά φορά νομίζω με ζητάς
Και μες το σώμα σου θέλεις να μείνω και να ζήσω

 

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2021

Βασίλισσα της βροχής-Σάκης Αθανασιάδης

 Βασίλισσα της βροχής

Σφαίρα στην ειρήνη ο έρωτας
Μια τουφεκιά αρκετή η φωτιά του να ανάψει
Για να μην χτυπηθείς τα παράθυρα κλείσε
Δουλειά στο γραφείο, λεφτά, την ρουτίνα μη χάσεις

Αφού εγώ δεν έχω κλέψει τα δώρα των μάγων
Κι έχω μαζί μου μονάχα όνειρα μικρά που διψάνε
Τι θέλω από εσένα τι ζητάω μη ρωτήσεις
Δεν ξέρω αλήθεια τι να σου απαντήσω

Μα αν την ψυχή σου ελεύθερη αφήσεις
Θα ακούσεις μια φωνή δυνατά που ρωτάει
Πως μεγαλώνουν τα μάτια στον δρόμο
Γιατί συνέχεια γκρινιάζεις το κορμί μου πονάει
Και τίποτα δεν θα έχεις να της πεις
Θα μοιάζεις με βασίλισσα της βροχής
Μα αυτή θα ρωτάει…

Τα πόδια μου βαριά ανάμεσα στο πλήθος
Πλησιάζουν μια σκιά που θέλει να με φάει
Κρύψου καλά από τον εαυτό σου
Γιατί ακόμα δεν σε φίλησα κι αιμορραγώ

Μα τώρα πρέπει να κρυφτώ κι εγώ
Γιατί το αίμα τέλειωσε με αυτούς τους λίγους στίχους
Εγώ δεν φταίω γι’ αυτό
Μάλλον θα φταίνε οι ποιητές
Που δεν κατάφεραν να σπάσουνε τους τοίχους

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2021

Νυχτερίδες-Σάκης Αθανασιάδης

   Νυχτερίδες

Δεν ζητώ μαξιλάρι για ύπνους γλυκούς
Μα φωτιά να σου ανάψω τα μάτια
Δεν ζητώ ένα αστέρι με κρυμμένους θεούς
Μα εσένα με του αγγέλου τα μάτια

Νυχτερίδες που τις μέρες μου ακούν
Σε ηλεκτρονικά αρχεία
Νυχτερίδες που τα βήματά μου ακούν
Όταν βγαίνω με τραγούδια και βιβλία

Νυχτερίδες που όλο ψάχνουν για να βρουν
Μυστική  στα λόγια μου τελεία
Νυχτερίδες που στο μαύρο μόνο ζουν
Και μοιράζουνε στα δέντρα εξουσία

Δεν ζητώ να μου πεις λέξεις πάλι σοφές
Να μου φέρεις στο όνειρο φωτισμένα παλάτια
Ο δραπέτης θα μείνω απ' τους άγριους καιρούς
Να ζητώ ένα αέρα να μου πλένει τα μάτια

Νυχτερίδες που το αίμα κυνηγούν
Τα όνειρά μου νύχτα
Νυχτερίδες που σαν φίλες με κοιτούν
Μα μου ρίχνουν δίχτυα

Νυχτερίδες που στο φως αιμορραγούν
Στου ήλιου την  αλήθεια
Νυχτερίδες στη φωλιά τους θα κλειστούν
Με του χρόνου τη βοήθεια

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2021

Γυμνή Περιοχή-Σάκης Αθανασιάδης

Γυμνή Περιοχή

Τον έρωτα θα πληρώνεις
Στις νύχτες τους
Θα μιλάς σιγά
Τα μάτια θα κλείνεις
Θα φωνάζεις απών.
Κλειστά παράθυρα
Θα κλέβουν τα μεσημέρια
Σε μια οθόνη θα μιλάς
Στον εαυτό σου
Φιλιά από σένα σε σένα
Ήσυχες μέρες.
Σε πόλεις που έχουν αστυνόμους
Για τον έρωτα και τη μοναξιά
Σε πόλεις βαμμένες σαν εταίρες
Πόσες ανάσες σου ’χουν μείνει;
Σάκης Αθανασιάδης

 

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2021

Μεγάλη ανατολή-Σάκης Αθανασιάδης

       Μεγάλη ανατολή

Κάθομαι εδώ και σκέφτομαι πως πέρασαν τα χρόνια
Πως έγιναν οι εραστές προσκυνητές
Πως έχτισαν τα όνειρα με δανεικά και τώρα
Ψάχνουν νερό για τη ψυχή με προσευχές

Ψάχνω να βρω τι έφταιξε και ταξιδεύω μόνος
Πως έγινες νοικοκυρά που κυνηγά σκιές
Ο έρωτας πως έπεσε στα δίχτυα της συνήθειας
Τα μάτια του πως έχασε σε άχρηστες ζωές
 
Πως περνάω εδώ, πως ζω, πως αντέχω
Μη με ρωτάς με σιωπή μιλάω στη βροχή
Το άρωμά σου φτάνει στην πρώτη της σταγόνα
Κι αυτό θα το ονομάσω αγάπη δυνατή

Κάθομαι εδώ κι σκέφτομαι τις πόλεις που περνάνε
Από τα μάτια μου μπροστά και τρέχουνε πολύ
Τι άφησαν στο παρελθόν που ήθελαν να πάνε
Μάλλον τα μάτια σου κοιτούν μεγάλη ανατολή

 

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2021

Ο Αιχμάλωτος Θεός-Σάκης Αθανασιάδης

 

        Ο Αιχμάλωτος Θεός

Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν μια παγίδα
Να μπω κι εγώ στο σύστημα απλό λογισμικό
Κι αντί να ψάχνω πέρασμα στον έρωτα να πάω
Το Δία να μου δείχνουνε στο χώμα και γυμνό

Ψάχνω τη δύναμη λοιπόν να πάρω ένα ψαλίδι
Μήπως και κόψω το σκοινί που σφίγγει την καρδιά
Πριν η ανάσα μου η μικρή χαλάσει σαν παιγνίδι
Και με πετάξουν άχρηστο σε κάποια αμμουδιά

Βγάζω απ’ τα μάτια μου λάσπη και χώμα
Κι όλα τα ψεύτικα τα δώρα εκδοτών
Μιλάει ο καθρέπτης και μου λέει άκου τώρα
Ο ουρανός δεν δέχεται αιχμάλωτο θεό

Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν μια παγίδα
Να μπω κι εγώ στο κάστρο τους και εκεί να κλειδωθώ
Κι αντί να χτίζω όνειρα τη νύχτα με τους ήχους
Κατάδικος στο κάστρο τους τις πέτρες να χτυπώ

Χάθηκαν τα παιδιά απ’ το παράθυρό μου
Ξυπόλυτη πια βλέπω την ελπίδα σε παγκάκια
Να περπατάει μόνη νύχτα στα σοκάκια
Τα όνειρα στα χέρια της να λιώνουν παγωτό

Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν μια παγίδα
Να μπω κι εγώ στο κάδρο τους να φωτογραφηθώ
Μα το κουστούμι πούλησα να βρω μια ελπίδα
Για να μιλώ στον ήλιο μου και στο μικρό μου γιό

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2021

(Αναδημοσίευση) ΤΡΙΑ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΕ ΔΥΟ ΓΛΩΣΣΕΣ- ΣΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ (translation: Eva Johanos)


 

Home / Τα ποιήματα του Fractal / “Οι πολεμιστές του Αυγούστου” & “Ο πειρατής των ονείρων” & “Σφαγείο αγγέλων”

13/07/2021, 6:51 μμ

“Οι πολεμιστές του Αυγούστου” & “Ο πειρατής των ονείρων” & “Σφαγείο αγγέλων”

Γράφει ο  Σάκης Αθανασιάδης //

  

Οι πολεμιστές του Αυγούστου

Περπατάω τα καλοκαίρια μακριά απ’ τις φωνές

των ανθρώπων που χαστουκίζουν τη θάλασσα

σβήνω απ’ το μυαλό μου

το μαύρο δέρμα του Αυγούστου

τα ωραία σώματα που φωνάζουν

έχω το κλειδί για τον παράδεισό σου

έλα να το πάρεις

γιατί θα πιστέψω πως οι έρωτές μου

χρειάζονταν το δικό τους αντηλιακό

να μην καταστραφούν στον ήλιο

Τρέχω μακριά απ’ τους πολεμιστές των νερών

ματώνω τα πόδια μου στο χώμα

γυρίζω εκεί που γεννήθηκα στον βορρά

να βρω φως κάτω απ’ το φεγγάρι

νερό να βρω τα μάτια ξεδιψάσω

τα πόδια μου μετά από ώρες

να θυμηθούν τους δύσκολους δρόμους

σε μονοπάτια που δεν περπάτησα να με πάνε

σε σταματημένα βαγόνια που σκουριάζουν

στα σύνορα του πολιτισμού

Κι όταν γυρίσω πίσω στη θάλασσά μου

το ποτάμι θα έχει περάσει στις φλέβες μου

κι ο άνεμος θα μαλώνει ακόμη

με τις λεύκες στα μάτια μου

Τίποτα δεν θα ρωτήσω την πρώτη βροχή

θα μιλάνε δυνατά τα κύματα δεν θα με ακούει

τα γυμνά κορμιά σίγουρα δεν θα είναι εκεί

μόλις ένα αστέρι πέσει στο μαξιλάρι τους

θα δοκιμάζουν στον καθρέφτη το επόμενο καλοκαίρι

Σάκης Αθανασιάδης

 

The warriors of August

 In summers I walk far from the voices

of the people who slap the sea

I erase from my mind

the black skin of August

the beautiful bodies that cry out

I have the key of your paradise

come take it

because I will believe that my passionate loves

needed their own sunscreen

in order to not be destroyed in the sun

I run far away from the warriors of the water

I bloody my feet on the soil

I return there where I was born in the north

to find light beneath to moon

to find water to refresh the eyes

my feet after hours

to remember the difficult roads

to take me on paths where I had not walked

to stopped wagons that rust

on the borders of civilization

And when I return again to my sea

the river will have passed into my veins

and the wind will still be arguing

with the whites of my eyes

I will ask nothing of the first rain

the waves will be speaking loudly ~ she will not hear me

the naked bodies surely will not be there

as soon as a star falls on their pillow

they will try out the next summer in their mirror

Sakis Athanasiadis

(translation: Eva Johanos)

  

Ο πειρατής των ονείρων

Χάλασα όλα μου τα παπούτσια

περπατώντας σε χιλιάδες όνειρα

μέσα στον ήλιο μέσα στην βροχή

ρωτώντας τον άνεμο

αν διψάς για ένα φιλί μου

Την πρώτη φορά που σε είδα στο όνειρο

ήσουν γυμνή και μάλωνες με τα κύματα

έτρεξα βιαστικά να σε αγκαλιάσω

μα τα μάτια σου φώναζαν πως πρέπει να φύγω

Είναι πολύ αργά να περπατήσουμε στην θάλασσα

σε λίγο ξημερώνει και τελειώνει το όνειρο

την άλλη φορά θα σου παραδοθώ

το αίμα σου να μην κρυώσει ποτέ, έλεγες

Αμέτρητες νύχτες έτρεχα μακριά απ’ το σώμα

και περίμενα σε άγνωστες θάλασσες να φανείς

να σε αρπάξω σαν πειρατής μα ποτέ σου δεν ήρθες

όμως θυμάμαι μια φορά ένα αστέρι που έπεσε

το έντονο φως του μου έκαψε τα μάτια

πονούσε η ψυχή μου για μέρες στην δουλειά

Χάλασα όλα μου τα παπούτσια

περπατώντας σε χιλιάδες όνειρα

παράτησα τις πόλεις ταξίδεψα στα χωριά

μέσα στην άνοιξη να σε συναντήσω

Ιδρωμένος ξυπνούσα το πρωί

κι αυτό που θυμόμουν κάθε φορά που ξυπνούσα

είναι πως σε έβλεπα γυμνή μέσα στο χιόνι

να τρέχεις μακριά να μην σε φτάσω

Μα τώρα που οι νόμοι κλειδώνουν τις πόλεις

αγόρασα καινούργια παπούτσια

να τρέχω μακριά απ’ τους χειμώνες

το αίμα μου να μην κρυώσει ποτέ

 Σάκης Αθανασιάδης

The pirate of dreams

 I ruined all my shoes

walking in thousands of dreams

in the sun in the rain

asking the wind

if you are thirsty for one of my kisses

The first time I saw you in a dream

you were naked and argued with the waves

I ran in a hurry to embrace you

but your eyes cried out that I must leave

It is very late for us to walk on the sea

in a little while the day breaks and the dream ends

the next time I will surrender to you

that your blood will never grow cold, you said

Countless nights I ran far from the body

and waited in unknown seas for you to appear

to capture you like a pirate but you never came

however I remember one time a star that fell

its intense light that burned my eyes

my soul hurt for days at work

I ruined all my shoes

walking in thousands of dreams

I quit the cities I travelled to the villages

in the springtime to meet you

In a sweat I awoke in the morning

and the thing I remembered each time I awoke

is how I saw you naked in the snow

running far away so I couldn’t reach you

But now that the laws lock the cities

I bought new shoes

to run far from the winters

that my blood never grow cold 

Sakis Athanasiadis

(translation: Eva Johanos)

Σφαγείο αγγέλων

 Ήθελα να σου πω πως έχασα τον καθρέφτη σου

και δεν βλέπω τα μάτια σου όταν νυχτώνει

ούτε πια μαζεύω αστέρια να σου τα χαρίσω

γιατί δεν χρειάζεσαι φως απ’ τα δικά μου χέρια

Ήθελα να σου πω πως ξέχασα

τα ονόματα από την θάλασσά σου

ίσως γιατί τρέχοντας μακριά απ’ τις άγριες φωνές των δρόμων

αγάπησα την ανάσα της νύχτας

όμως έχω γεμίσει την μνήμη μου με σκιές που χορεύουν

σκιές που μοιάζουν περισσότερο με πωλητές άμμου παρά με θεούς

που παλεύουν ακούραστα μεταξύ τους

ποια θα με οδηγήσει στην αθανασία

Όμως θυμάμαι στην Οία τον ήλιο

που έσπρωχνες με τα μάτια σου στην θάλασσα

να φύγουν οι τουρίστες με τις φωτογραφικές μηχανές

μέσα σε ένα ποτήρι κρασί να ακούσεις την σιωπή μου

να ακούσεις τον φόβο της φωτιάς στην βραδινή βροχή

Όπως θυμάμαι και τα κόκκινα μαλλιά σου

τα δάκρυα των δέντρων που έκλεβες ξημερώματα

για να τα πάρεις μαζί σου

να ζωγραφίσεις το καλοκαίρι στους τοίχους

μα έχω ξεχάσει αν ήμουν εγώ ναυαγός στο δικό σου νησί

ή εσύ ήσουν ναυαγός στο νησί της αγκαλιάς μου

ούτε θυμάμαι τα κύματα από την θάλασσά σου

ούτε αν ήσουνα θάλασσα κάποτε

στο σφαγείο αγγέλων της Κυψέλης

 Σάκης Αθανασιάδης

Slaughterhouse of the angels

I wanted to tell you how I lost your mirror

and I do not see your eyes when night falls

nor do I any longer gather stars to give you

since you do not need light from my hands

I wanted to tell you how I forgot

the names from your sea

perhaps because running from the rough voices of the streets

I loved the breath of the night

however, I have filled my memory with shadows that dance

shadows that resemble sellers of sand more than gods

and which wrestle tirelessly among themselves

which one will guide me to immortality

However, I remember the sun in Oia

that you pushed with your eyes into the sea

so that the tourist with their cameras would leave

so you could hear my silence in a glass of wine

so you could the fear of the fire in the evening rain

However, I remember your red hair

the tears of the trees that you stole at dawn

to take them with you

to paint the summer on the walls

but I have forgotten whether I was shipwrecked on your island

or whether you were shipwrecked on the island of my embrace

neither do I remember the waves from your sea

nor whether you were once a sea

in the slaughterhouse of the angels of Kypselis

 Sakis Athanasiadis

(translation: Eva Johanos)