Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Τι κάνεις εδώ να μου πεις-Σάκης Αθανασιάδης


                                
Τι κάνεις εδώ να μου πεις

Δουλειά-φυλακή στην αδικία σιωπή
Η αγάπη πονά μόνο εγώ το ξέρω καλά
Η κρίση σβήνει το χθες
Τα λεφτά τσαλακώνουν ψυχές

Τι κάνεις εδώ να μου πεις
Με έναν ποιητή της σιωπής
Που ξέρει καλά του έρωτα τα μυστικά
Με λίγο εθνικισμό με λίγη θρησκεία
Για τις «θλιμμένες πουτάνες τις ζωής μου»* αν μιλήσω
Θα λες πως είναι αδικία

Τι κάνεις εδώ να μου πεις
Με έναν ποιητή της σιωπής
Που σε έχει δει
Να ορκίζεσαι στην αγάπη γυμνή

Φοβάμαι πολύ μην έρθεις βροχή
Μέσα στο όνειρο με κάνεις να κλάψω
Δεν βλέπω τον λόγο να είσαι εκεί
Στην άλλη πλευρά του ήλιου έχω κρυφτεί

Γι’ αυτό δεν μιλάω, περπατάω
Να συναντήσω τη θάλασσα να μου πει που θα πάω
Γι’ αυτό δεν μιλάω, περπατάω
Να σώσω ότι σώνετε κι εμένα να σώσω   

Ίσως κάποτε βρεις το δικό σου παράθυρο-ΣάκηςΑθανασιάδης


Ίσως κάποτε βρεις το δικό σου παράθυρο

Σπαρταρούσα σαν ψάρι
Η σιωπή άμμος που έκαιγε
Τα πράσινά μου μάτια
Είχαν πέσει στο χώμα σου

Μεθυσμένος γυρνούσα
Είχα χάσει το δρόμο μου
Πόναγε η καρδιά
Έμοιαζα άγρια μέλισσα

Μη μου εξηγείς γιατί
Στα λάθη έχεις φτάσει
Σε δρόμους βραδινούς
Τα αστέρια έχω σπάσει

Κάπου σε μια φωτιά
Η άμμος με έχει χάσει
Σταμάτησα να πίνω
Μη σου παραδοθώ

Κι ας έλεγε η γιαγιά
Φιλιά που έχουν σπάσει
Πάντα θα σε ματώνουν
Αφού έγιναν καρφιά

Δεν κοιμόμουν τις νύχτες
Τη φωνή σου περίμενα
Η σιωπή σου το μαχαίρι που έκοβε
Ίσως κάποτε βρεις το δικό σου παράθυρο

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Παραδώσου γυμνή-Σάκης Αθανασιάδης

Παραδώσου γυμνή

Εδώ τα μάτια μου μαλώνουν με θάλασσες
Εδώ χτυπάω με σφεντόνα αστέρια
Της νύχτας να σπάσω την σιωπή
Να μην παραιτηθώ απ’ όσα κυνηγούσα μικρός
Στο φτηνό μην χαλάσω τα όνειρα

Μα εσύ από μακριά θολά πάλι βλέπεις
Σκυλιά στο δωμάτιο την νύχτα που τρέχουν
Με χαπάκια άδειο ύπνο θα έχεις
Γιατί φοβάσαι της αγάπης τον δρόμο

Έλα εδώ μου μιλάει σαν σκλάβο ο άνεμος
Έλα εδώ να ακούσω ξανά
Το ποτάμι που μέσα μου τρέχει
Έλα εδώ με ένα γέλιο σου μόνο για δώρο
Τι άλλο να σου πω
Παραδώσου γυμνή στον έρωτα

Εδώ που καράβια οργώνουν την θάλασσα
Εδώ που μπροστά μου οι γλάροι περνάνε
Όλοι φεύγουν μακριά μα πίσω κοιτάνε
Την πατρίδα με το όμορφο φως

Εδώ ανοίγω τον δρόμο να περάσει ο άνεμος
Εδώ χαρίζω φιλιά στην βροχή να νικήσω τον θάνατο
Μια μέρα ακόμα που δεν πίστεψες στης αγάπης το αθάνατο
Τι άλλο να σου πω
Παραδώσου γυμνή στον έρωτα

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Το γλέντι μιας κηδείας-Σάκης Αθανασιάδης

                                             
 Το γλέντι μιας κηδείας

Νύχτα η ανάσα μου μισή μα τρέχω μες τη μπόρα
Χωρίς να βλέπω ένα φως μια πόρτα ανοιχτή
Χαλάω τα παπούτσια μου στα λασπωμένα χρόνια
Μα δυναμώνει η ψυχή κι αυτό είναι αρκετό

Προφήτες βγαίνουν στο γυαλί με πληρωμένους ρόλους
Με ξεφτιλίζουν σαν σκουπίδι, σαν λεκέ
Χτυπάνε πέτρες τη ψυχή την παρασέρνουν
Μου κλείνουν τη φωνή

Χτυπάει μια σφαίρα το κορμί
Μα η πληγή μου κλείνει
Οι αστυνόμοι είχαν βγει
Να ρίξουν στη ψυχή

Ο φόβος με αρρώστησε για μήνες σαν εσένα
Κατόπιν με παράτησε σαν βρήκα τη φωνή
Μόλις το αποφάσισα όρθιος κι όπως ζήσω
Αντί να καίω το αίμα μου το μαύρο για να ζει

Δώρα στα μάτια μου πολλά της δύσης είχαν βάλει
Μα κάθε δώρο δυτικού έχει εύφλεκτα υλικά
Το γλέντι μιας κηδείας αρχίζει πάντα με φωτιά
Στο σώμα της δημοκρατίας
Να το θυμάσαι φίλε μου καλά

Οι άγγελοι της απάτης(Πρώτη δημοσίευση)Σάκης Αθανασιάδης

 
                
(Πρώτη δημοσίευση)

Οι άγγελοι της απάτης

Εγώ που έχω κουραστεί

άδειες θέσεις να κοιτάζω

φαντάζομαι τα κρύα μάτια που θα σου χτυπάνε

την πλάτη σαν μητέρα

και θα σου υπόσχονται καλύτερη ζωή για τα παιδιά σου

στην εποχή των χάρτινων σταυρών

μπορούν να σταυρωθούν έστω για λίγο οι αθάνατοι

πριν ξεπλυθούν απ’ την  βρωμιά των λαϊκών

μες τον χρυσό και το ξεχάσουν

και το ξεχάσουν πως έπρεπε κάτι να πουν

σε αυτούς που δεν έβλεπαν δρόμο

μπροστά τους απ’ την φυλακή τους

ή σε αυτούς που έχουν μίσος κληρονομικό

γιατί τους έχει πετάξει ο έρωτας αλάτι

τους πρόθυμους χειροκροτητές

για έναν χάρτινο σταυρό

να υποσχεθούν τον θεό τους σε είδος

ενώ στο μυαλό τους ετοιμάζουν τον χάρτη

της ευθανασίας  σε κάποιο μεγάλο ποτάμι

Εγώ που βλέπω τώρα την θάλασσα ακίνητη να μυρίζει

ακούω να μιλάνε για καινούριες μέρες

σε μεγάλα ξενοδοχεία

διαβάζοντας  λόγους που τους έγραψαν

οι άγγελοι της απάτης

ακούω να μιλάνε για όνειρα που θα δώσουν στους φτωχούς

οι λίγες σφαίρες  για την δημοκρατία

Κάτω απ’ τα σκουριασμένα σύννεφα

μεθυσμένοι βρικόλακες για χρήματα χειροκροτούν

το καλύτερο δόλωμα για κάμερες

ηχογραφούν και μοιράζουν ήχο και εικόνες

σε όποιο μέσο μπορεί να πληρωθεί

Μα εγώ που έχω κουραστεί

να κοιτάζω άδειες θέσεις στην πόλη των ιδεών

βλέπω τώρα την θάλασσα ακίνητη να μυρίζει

βλέπω τώρα τα μάτια του ποταμού

δακρυσμένα λίγο πριν την ευθανασία

αλλά είμαι μόνο αυτός που βλέπει

πίσω απ’ τον ματωμένο σταυρό

ένα όπλο να τον σημαδεύει 

Σάκης Αθανασιάδης cop.2026

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Το γυμνό-Σάκης Αθανασιάδης

                                            
Το γυμνό

Σπίτι δεν κάθισα πολύ είπα να περπατήσω
Στους άδειους δρόμους να ακούσω την καρδιά
Ήθελα πάλι να σου πω τόσα που είχα ξεχάσει
Γιατί φοβόμουνα πολύ να βγω απ’ τη μοναξιά

Άκουγα πως οι ποιητές γράφουν  χωρίς να ζούνε
Μα οι σελίδες γέμιζαν το πάτωμα λευκές
Όσα αστέρια έφτιαχνα μες το χαρτί να μπούνε
Στάχτη σκορπίζανε πρωί στου ήλιου τις φωνές

Μες το σκοτάδι άκουσα βήματα από πίσω
Σαν κάτι να πλησίαζε ολοένα πιο κοντά
Ξεκίνησα  να περπατώ για να το αποφύγω
Μα ότι και να έκανα ήταν πλέον πια αργά

Έτσι απλά περίμενα τον άλλo  να με φτάσει
Τα λίγα να του δώσω στη τσέπη μου λεφτά
Μα τη φωνή σου άκουσα: Σάκη με έχεις σκάσει
Σταμάτα να μου κρύβεσαι στης νύχτας τη σκιά

Άκουγα  πως οι εραστές ρίχνουνε το χειμώνα
Τα ρούχα τους στο πάτωμα κι αρπάζουνε φωτιά
Και το κορόιδευα αυτό τον περασμένο αιώνα
Ώσπου μια μέρα γνώρισα πως γίνονται όλα αυτά

Μα πως μπορεί να γίνει αυτό αν νοιώθεις ήδη πτώμα
Μες τα χιλιάδες πρέπει σου που άφησε η ζωή
Θέλω εσύ να μου το πεις τώρα που έχεις έρθει
Πως γίνεται έτσι ξαφνικά άνοιξη η βροχή

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Στον ασύρματό σου κόσμο-Σάκης Αθανασιάδης


Στον ασύρματό σου κόσμο

Στην ανάσα μου ζεσταίνω λόγια συνωμοτικά
Γιατί θέλω την αγάπη μου να βλέπω
Και τον ήλιο να θυμώνει όταν έχει συννεφιά
Να μου ρίχνει λίγη σκόνη αν δεν προσέχω

Στα μεγάλα μου τα σχέδια τα κορμιά έχω γυμνά
Που με  χρώματα ελπίζω να τα ντύσω
Και ο αέρας που φυσάει μου αφήνει σιγουριά
Μες τα μάτια σου να βλέπω να πατήσω

Στον ασύρματό μου κόσμο είναι ο φόβος μια σκιά
Μόνο ο χρόνος είναι τέρας που με τρώει
Μα εγώ είμαι πατέρας με μωρό στην αγκαλιά
Το πρωί  κάθε Δευτέρας δείκτης είμαι  σε ρολόι

Στον ασύρματό μου κόσμο κάποιος μέσα μου μιλά
Και με βγάζει απ’ τη νύχτα σαν πατέρας
Πριν σε αυτή γίνω κι εγώ μηχανή που αγαπά
Καυσαέρια  και φωνές μιας πόλης τέρας

Στα μεγάλα σου τα μάτια βλέπω χρώματα νωπά
Κι έναν ήλιο που ζυγώνει και κοιτάζω
Σαν μητέρα με αγκαλιάζεις το κορμί φεύγει ψηλά
Τον ασύρματό σου κόσμο όταν θαυμάζω

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Die Banden des Nachmittags-Deutsch lyrics translation- Vangelis Kazantzis-Sakis Athanasiadis

 


Die Banden des Nachmittags - Vangelis Kazantzis-Sakis Athanasiadis

 Μετάφραση στα Γερμανικά

marinos25

Μουσική:  

Βαγγέλης Καζαντζής

Στίχοι: Σάκης Αθανασιάδης

Από το album Το μεταξύ μας διάστημα,Monopol Records 2019

Die Banden des Nachmittags

Einen Triumph hielten sie in ihren Händen,

unbesiegbare gesetzlose Jungs

Sie warteten in den Verstecken auf ihre Opfer

Freude sprühte aus ihren Augen


In Banden des Nachmittags kehre ich wieder zurück

Ich gehe auf die Straßen hinaus und stelle wieder Fallen auf,

die faltenlosen Hosen eurer Einsamkeit

manisch zu ergreifen und zu zerfetzen


Führerlos waren ihre Träume

fernab von der Angst und der Verliebtheit

Sie pflügten die Runde des Todes

Sie legten Feuer im Vierte

https://lyricstranslate.com/el/vangelis-kazantzis-oi-simmories-tou-apoyevma-german

 

Οι συμμορίες του απογεύματος

Θρίαμβο κρατούσανε στις χούφτες
ανίκητα παράνομα παιδιά,
περίμεναν το θύμα στις καβάτζες
σπίθιζε στα μάτια τους χαρά

Σε συμμορίες του απογεύματος γυρίζω πάλι
βγαίνω στους δρόμους και παγίδες ξαναστήνω,
τα παντελόνια τ’ ατσαλάκωτα της μοναξιάς σας
να τα βουτήξω με μανία να τα ξεσκίσω

Ακυβέρνητα ήταν τα όνειρά τους
μακριά απ’το φόβο και τον έρωτα,
όργωναν το γύρο του θανάτου
ανάβανε φωτιές στη γειτονιά