Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

Ελευθερία με ακούς...-Σάκης Αθανασιάδης

 Ελευθερία με ακούς...
 
Τα βράδια που μιλούσαν τα ποτά
την έρημο κουβάλαγα στη πλάτη
με δάγκωναν του έρωτα σκυλιά
μα έτρεχα να φτάσω την αγάπη
 
Έπεφτε στο σώμα μου βροχή
μα ένοιωθα να καίγεται η πόλη
αραγμένοι στα σαλόνια οι καλοί
κι εγώ στο δρόμο για συγνώμη
 
Ελευθερία με ακούς…
είναι φωτιά της μοναξιάς ο χρόνος
ελευθερία με ακούς…
φέρε το φως να δω που πάει ο δρόμος
 
Τα βράδια που τα φώτα δυνατά
με χτύπαγαν αλύπητα στα μάτια
με δάγκωναν του έρωτα σκυλιά
κι έψαχνα στο δρόμο τα κομμάτια
Σάκης Αθανασιάδης 

Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

Η ωραία αμαρτία (πρώτη δημοσίευση)Σάκης Αθανασιάδης


                                  (πρώτη δημοσίευση)
       Η ωραία αμαρτία

Κάποτε άκουσα πως σε μια μακρινή χώρα
όλοι οι φτωχοί άνθρωποι ήταν ίσοι στους νόμους
κι είχαν δικαίωμα να παραμείνουν φτωχοί
κανένας δεν τους καταδίκαζε
Όταν είπε η τηλεόραση
“η χώρα πρέπει να σωθεί από τους εχθρούς
θα γίνεται λίγο περισσότερο φτωχοί
αλλά φτωχοί θα είναι κι οι γείτονες
οι φίλοι, τα αδέλφια σας
και τίποτα δεν θα αλλάξει στην ζωή σας
με αγάπη θα ανεβούμε μαζί βουνά
να βρούμε την πράσινη θάλασσα”
όλοι συμφώνησαν  
Όμως ξέχασε να πει τους εχθρούς
κι αργότερα μήνες μετά
έμαθαν πως ήταν οι ίδιοι
γιατί έφερναν ξένους για εργάτες
κι έπαιρναν δάνεια που μοίραζαν οι τράπεζες
αλλά κανέναν δεν τον πείραξε
Έτσι τα φθινόπωρα κοιτούσαν
τα χιλιάδες πουλιά στον ουρανό
που περνούσαν ελεύθερα τα σύνορα
κοιτούσαν τα αεροπλάνα που έπαιρναν
τα παιδιά τους μακριά, ανταλλακτικά για εταιρείες
Σε αυτή την μακρινή χώρα
οι άνθρωποι σταμάτησαν σιγά-σιγά να μιλάνε
έπαιζαν με τα κινητά τηλέφωνα στον δρόμο
στο σπίτι, στον ύπνο τους
κι ανάμεσα στις διαφημίσεις της τηλεόρασης έκαιγαν όνειρα
Γεμάτο με φωνές το μυαλό τους
έμαθαν να μιλάνε με λέξεις που είχαν
ακούσει στην οθόνη
έτσι ονόμασαν τον έρωτα «πήδημα»
την απάτη «αρπαχτή»
κι αυτούς που ήταν λιγότερο ίσοι
και μάζευαν χαρτόνια για να κοιμηθούν «άστεγους»
Κάποτε σε μια μακρινή χώρα
που είχαν για φωλιά οι θεοί
αυτούς που ήθελαν να μιλήσουν την παλιά γλώσσα
κάποιος θα τους έλεγε τρελούς
για αυτή την ωραία αμαρτία
Κάποτε χέρι-χέρι
θα περνούσαν όλοι μαζί τα βουνά
και θα έβρισκαν την πράσινη θάλασσα
αλλά είχε χαλάσει ο καιρός
και σε λίγες μέρες την ξέχασαν
Cop.2020 Σάκης Αθανασιάδης

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Μια τρύπα στο σκοτάδι(πρώτη δημοσίευση)Σάκης Αθανασιάδης


                                  (πρώτη δημοσίευση)
      Μια τρύπα στο σκοτάδι

Όταν γράφω ποιήματα
ανοίγω μια τρύπα στο σκοτάδι
μέσα στο λίγο φως
τα μάτια μου μεγαλώνουν
Ακούω βήματα στο μπαλκόνι
είναι ο πατέρας που με περιμένει
να πιούμε το κόκκινο κρασί της ανάστασης
κάτω απ’ τα αστέρια
μέσα στην σιωπή
να μου λέει «μη φοβάσαι»
Έτσι αυτό που έχει χαθεί
το αγαπώ περισσότερο
και φοβάμαι να το πετάξω σαν στάχτη
να το σκορπίσουν αυτοκίνητα στο μηδέν
Όταν γράφω ποιήματα
γεμίζω με φωτογραφίες το δωμάτιο
φωτογραφίες που βρίζουν ή χαμογελάνε στους τοίχους
στάζουν τα μάτια αίμα στο χαρτί
Πληγωμένος αλλά ελεύθερος από τον εαυτό μου
δεν φοβάμαι τον θάνατο
μπορώ να περπατήσω μακριά και να κλέψω
τα πιο όμορφα όνειρα
Όταν γράφω ποιήματα ξεχνάω τους δρόμους
και σκέφτομαι πως τα μάτια σου
ήταν το καλύτερο σπίτι για μένα
η δική μου θάλασσα
μέχρι να φτάσει ο «πολιτισμός»
και γίνουν τα μάτια σου δρόμος που αγαπά την ταχύτητα
Κι όταν πονάει το σώμα μου στους στίχους
ρίχνω από μακριά μια χούφτα άμμο στο μαξιλάρι σου
ελπίζοντας πως όταν ο καθρέπτης
σταματήσει να σου λέει «σ’ αγαπώ»
να θυμηθείς πως «οι κανονικοί»
συλλαμβάνονται πρώτοι από τους δημοσιογράφους
Cop.2020 Σάκης Αθανασιάδης

Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Χωρίς άδεια εξόδου(πρώτη δημοσίευση) Σάκης Αθανασιάδης


                                  (πρώτη δημοσίευση)
       Χωρίς άδεια εξόδου

Αν υπάρχει ένας άγγελος μέσα μου
που καίει το αίμα και με φωνάζει πέτα ψηλά
για πρώτη φορά αυτό θα σας πω
υπάρχει κι ένας δαίμονας στο σώμα μου
παγωμένος σαν πέτρα που θέλει να με φάει
και με φωνάζει όλα είναι χαμένα
Γιατί εδώ δεν έρχεται η ανάσταση
είναι η ελευθερία που ξεκλειδώνει τις πόρτες
και φεύγει ντροπιασμένη
εδώ δεν είναι θάνατος η σιωπή
είναι οι ζαλισμένοι πολεμιστές της αγάπης
παραδομένοι στο φτηνό κρασί
που φωνάζουν τον θεό τους να φέρει τα όπλα
Τι να σας πω είναι η γιορτή του φόβου χρόνια τώρα
που έχει σβήσει απ’ την πατρίδα μου το φως;
είναι ο κόσμος που έχει για δάσκαλο
και για γιατρό την τηλεόραση
και με αφήνει ξυπόλυτο με ένα φακό
να ψάχνω το ποτάμι της αθανασίας;
Άγνωστα χρόνια και φοβάμαι
πως θα χαθώ για πάντα σαν τους σκλάβους μες τη νύχτα
απ’ την άνοιξη της φυλακής θα γίνω σκόνη
και το φεγγάρι θα κοιτάζω σε άδειους δρόμους
τους ποιητές θα κοιτάζω χωρίς ντροπή να το αδειάσουν από φως
Τι να σας πω φοβάμαι χρόνια τώρα
τα θαύματα που αγοράζονται με νομίσματα
τις κραυγές των αγέλαστων μισθοφόρων
αλλά ελπίζω πως κάποια στιγμή αυτό που δεν θα αγοράζεται
θα ονομάζεται αθάνατο φως 
γι’ αυτό περπατάω με ένα φακό στο σκοτάδι
χωρίς άδεια εξόδου, μακριά από μισθοφόρους
ψάχνοντας το δικό μου ποτάμι
Cop.2020 Σάκης Αθανασιάδης

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

Το γκρεμισμένο κάστρο των ηρώων-Σάκης Αθανασιάδης

Το γκρεμισμένο κάστρο των ηρώων

Φανατικοί πολεμιστές
Στο γκρεμισμένο κάστρο των ηρώων
Φρεσκοντυμένοι με σκοτάδι
Να πολεμάνε με το φως

Μαύροι απ’ το αίμα των αθώων
Αίμα που τρέχει στο ποτάμι των ηρώων
Που λούζονται οι αθάνατοι θεοί

Αυτό που υπάρχει εδώ
Είναι η πείνα της πατρίδας για ψωμί
Είναι οι πέτρες που πετάνε οι αστοί
Στο άρρωστο κορμί της
Να ηδονίζονται στο πόνο της αθανασίας


Φανατικοί πολεμιστές
Στο γκρεμισμένο κάστρο των ηρώων
Να πολεμάνε με το φως 
 Αυτό που υπάρχει εδώ
Είναι σκοτάδι τυλιγμένο με χρυσάφι
Μια απάτη που τελειώνει πριν αρχίσει η ζωή
Που οι αστοί ονόμασα δημιουργία

Κάθε Μεγάλη Παρασκευή
Μεγαλώνει η στάχτη στη ψυχή
Κι αυτή η στάχτη μένει εκεί
Για μέρες, για μήνες για χρόνια, για μια ζωή

Βουνό που κρύβει τον ήλιο να μη γελάω, να φοβάμαι
Γιατί ο φόβος τρέφει το μίσος
Και πρέπει να μισώ κάθε τι διαφορετικό
Για να υπάρχω στη σιωπή των αθώων

Αυτό που υπάρχει εδώ
Είναι η άνοιξη που κλαίει
Κάθε άρνηση είναι ο θάνατός σου λέει
Στο κοπάδι αν δεν μπεις πολεμιστής

Αυτό που υπάρχει εδώ
Είναι το άρμα των κομπάρσων
Το πλήθος των άσσων, των ειδικών
Των μαλακισμένων απλά στα λαϊκά παιδιών
Που φτύνουν τα μάτια της ιστορίας
Να μη βρεθεί η αλήθεια στο χώμα
Κι ελευθερώσει το φως

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

Ο έμπορος της φωτιάς(πρώτη δημοσίευση)Σάκης Αθανασιάδης


                                  (πρώτη δημοσίευση)
  Ο έμπορος της φωτιάς

Περνάνε περιπολικά κι ασθενοφόρα
χειροκρότανε τα μπαλκόνια
ο δρόμος πάλι ερημώνει
πίσω απ’ τις οθόνες με κλεισμένα παράθυρα
κρύβονται ξανά οι φοβισμένοι
Με τον καιρό κάποιοι από αυτούς θα τρελαθούν  
χωρίς να καταλάβουν πως ο μεγαλύτερος εχθρός
ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους
που ζητούσε έναν δικό του θεό
ένα θεό καταναλωτή και μικρό έμπορο της φωτιάς
Κι όταν έρθει μια μέρα που θα βγει διαταγή
να απαγορευτούν και τα φιλιά
τότε θα διψάνε για λίγη βροχή
ξαπλωμένοι στο μολυσμένο μαξιλάρι τους
παραδομένοι χωρίς παρελθόν στο σκοτάδι
Θα ρωτάνε ανώνυμα στο τηλέφωνο
ποιος μπορεί να διαβάσει τα χρώματα
ποιος μπορεί να μας μα πει τι είναι αγάπη
και θα ξεχάσουν τις απαντήσεις
φυλακισμένοι στις μάσκες τους
Κι αν δεν πάρουν φάρμακα να κάψουνε την μνήμη
έναν απλό χωματόδρομο θα ονομάζουνε ελευθερία
και θα κάνουν σχέδια να δραπετεύσουν
από το σκοτάδι στο άγνωστο φως
πριν τους πυροβολήσουν οι στρατιώτες
τις πρωινής περιπόλου 
οι ίδιοι που ζητούσαν έναν δικό τους θεό
ένα θεό καταναλωτή και μικρό έμπορο της φωτιάς
Cop.2020 Σάκης Αθανασιάδης

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Τα συρμάτινα αστέρια-Σάκης Αθανασιάδης

     Τα  συρμάτινα αστέρια

Τα κόκκινα τα σύννεφα ο άνεμος τα παίρνει
Και τα πετάει στο βουνό σαν άχρηστα χαλιά
Τα όμορφα τα όνειρα ο ποταμός τα δέρνει
Και τα πετάει στη θάλασσα να σβήσει η φωτιά

Συρμάτινο το  σώμα μου κι αυτό μαζί τους πάει
Κι όλο γυρίζει μοναχό τις νύχτες σαν σκιά
Κάπου μαζί θα ειν’  κι η ψυχή χαμένη μες το δάσος
Να κυνηγάει τον έρωτα σαν τα άγρια πουλιά

Ξημέρωσε νωρίς  κι απ’ την αγρύπνια
Φαντάστηκα τον ήλιο στην καρδιά
Να μου μαζεύεις πάλι τα λουλούδια
Να τα ανταλλάξεις με αγκαλιά

Το άγριο που είχα στη ψυχή αέρας θα είχε πάρει
Κι  αγγέλους θα αντάμωνα στον ύπνο μου καλούς
Αν δεν με άφηνες εδώ για ένα ακόμη βράδυ
Να κυνηγάω τα όνειρα στους άγριους ποταμούς

Συρμάτινα τα αστέρια μου συρμάτινες κι οι μέρες
Ανάβουνε τις νύχτες μου μα σβήνουνε πρωί
Πέφτουν και χάνονται ξανά σταγόνες μες το δρόμο
Συρμάτινο το σώμα μου χωρίς ένα φιλί
Σάκης Αθανασιάδης