Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Καλοκαίρι ’15: Αυτός ο χορός να γίνει μες το φως-Σάκης Αθανασιάδης



                             
Καλοκαίρι ’15: Αυτός ο χορός να γίνει μες το φως

Η Άννα έγινε παντοπωλείο
Πουλάει το κορμί της να φύγει η μοναξιά
Αφού τα πάντα έχει χάσει στη ζωής της
Μοιράζεται τον πόνο με άλλους μια βραδιά

Γενάρη η Άννα ψήφισε αριστερά
Η μάγισσα η δεξιά να φύγει
Στους δρόμους ήθελε να περπατήσει πριν γεράσει
Είχαν ανθίσει τα λουλούδια στην καρδιά που είχε ξεχάσει

Το καλοκαίρι η Άννα ψήφισε όχι στη βροχή
Ήρθε επιτέλους ο καιρός για να σωθεί ο ήλιος
Λίγο καρδιά και ο θεός θα βοηθούσαν
Αυτός ο χορός να γίνει μες το φως

Η Άννα έγινε παντοπωλείο
Πουλάει το κορμί της να φύγει η μοναξιά
Αφού τα πάντα έχει χάσει στη ζωής της
Μοιράζεται τον πόνο με άλλους μια βραδιά

Μα το όχι έγινε παράδοση άνευ όρων
Εμείς να ήμαστε καλά
Η Άννα πήγε στον καταυλισμό σαν πρόσφυγας
Εσείς χρωστάς της είπανε τα δανεικά

Έτρεξε ως τη θάλασσα το μίσος πριν τη φτάσει
Εκεί την είδα και μετά στο δρόμο, απέναντι στο νόμο
Χάθηκε ο καιρός για να σωθεί ο ήλιος
Αυτός ο χορός να γίνει μες το φως
Σάκης Αθανασιάδης

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Το σκοτάδι που καίγεται ας το ονομάσουμε θεό-Σάκης Αθανασιάδης

                                 
Το σκοτάδι που καίγεται ας το ονομάσουμε θεό

Δεν μπορώ να θυμηθώ που κρύβεται η αλήθεια
έρημος το νησί αθανασία
τόσο χώμα πεταμένο στη ψυχή μα τρέχει ακόμα
να βρει το μαχαίρι της αθανασίας
Δεν μπορώ να θυμηθώ  πόσα φίδια ήρθαν να με βρουν
πόσα σπίτια έχτισαν στη καρδιά μου δίπλα                                           
πόσα άστρα έριξαν στα όνειρά μου να παραδοθώ
σκλάβος στα ερπετά αυτά να γίνω
τόσο χώμα πεταμένο στη ψυχή μα τρέχει ακόμα
να βρει το μαχαίρι της αθανασίας
Δεν μπορώ να θυμηθώ
σε κάθε άρνησή μου αν είναι τιμωρία η μοναξιά
ή λύτρωση να δω μακριά απ’ το σκοτάδι
τους φωτισμένους ιδιοτελείς εραστές
να βρίζουν το θεό ανάβοντας κεριά στον καθρέπτη
Δεν μπορώ να θυμηθώ αν άφησαν τίποτα
μα μασώ τα ξεροκόμματα και γνωρίζω
σε κάθε άρνησή πως θα έχω την απόρριψη
ή την ανύψωση ότι κανείς νομίζει
τόσο χώμα πεταμένο στη ψυχή μα τρέχει ακόμα
να βρει το μαχαίρι της αθανασίας
Μα θα ’ρθει άνοιξη ξανά κάπου ακούω αναπνέει
θα έχει τη φωτιά στα χέρια της
θα ’ρθει άνοιξη τα χρώματα να μοιράσει
σε αυτούς που δίψασαν για την ελευθερία
το σκοτάδι που καίγεται ας το ονομάσουμε θεό
Δεν μπορώ να θυμηθώ  πόσα φίδια ήρθαν να μου πουν
προσκυνάς για να ζήσεις μέχρι να πεθάνεις
ή πεθαίνεις σαν ένοχος
Δεν με νοιάζει που φυσάει απόψε πόσα φίδια θα ’ρθουν να με βρουν
δεν με νοιάζει που η νύχτα περπατάει σαν γάτα στα κεραμίδια
δεν με νοιάζει το κορμί που διψά
η ψυχή βρήκε παράθυρο το φόβο πέρασε
τα δέντρα που φύτρωσαν στο νησί αθανασία να δει
Το σκοτάδι που καίγεται μια φορά να το ζήσει
Σάκης Αθανασιάδης

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Έλα αν μπορείς κι εσύ -Σάκης Αθανασιάδης




                                         
   Έλα αν μπορείς κι εσύ

Έτρεχαν οι δρόμοι μα οι φόροι είχαν ’ρθεί
Πήρα την απόφαση να πάω στο νησί
Λίγο ουρανός θα ξεκουράσει τη ψυχή
Σου είπα έλα αν μπορείς κι εσύ

Είπες πως θα έρθεις η αγάπη σε καλεί
Κουράστηκες να ζεις μια μονάχα διαδρομή
Θέλεις επιτέλους μια ανάσταση μικρή
Τώρα που η αγάπη σε καλεί

Έλα μια νύχτα το φεγγάρι μου να βγει
Κάηκε η πόλη η ψυχή σου θα χαθεί
Σώμα ορφανό άδειο από φιλί
Μη με αφήσεις μόνο μια ζωή

Άφησα στα άπλυτα την άχαρη ζωή
Πήρα το καράβι και δεν βλέπω επιστροφή
Λίγο θάλασσα θα ξεκουράσει το κορμί
Έλα αν μπορείς κι εσύ
Σάκης Αθανασιάδης
νυχτερινές πατρίδες (2016)

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Η δική μας η θάλασσα-Σάκης Αθανασιάδης



Η δική μας η θάλασσα

Ζητούσα λίγο αέρα, μιαν ανάσα
Όμως κανείς δεν ήξερε τι είναι αυτό
Χανόταν στο κρυφτό παρόν και μέλλον
Έχτιζε τις ζωές να μη τις δω

Κι εγώ μαζί τους έμοιαζα με πέτρα
Το ποτάμι που φράζει το νερό να μη κυλά
Μια βίδα για τη ψυχή και για το σώμα
Σιωπή να μοιράζω για να είμαι καλά

Αφού τις ρίζες μου τις πέταξα πες φταίω
Τα λύματα που πήρα αγκαλιά
Σε καταθέσεις, μετοχές, μεταλλαγμένες τροφές
Το μυαλό μου να καίω
Πες φταίω, που ξέχασα πως η δύση είναι πουτάνα παλιά

Μα όσο περνούσε ο καιρός είχα αρχίσει να κλαίω
Τα βλέφαρα στα μάτια μου καρφιά
Σαν έσβηνε το φως πολύ κενό σου λέω
Ο αέρας μύριζε καπνό από καμένη καρδιά

Γι’ αυτό πήρα απόφαση να πάω Αχερουσία
Μήπως και βρω κάποιο γνωστό πνεύμα εκεί
Η λίμνη είχε χαθεί μα βρήκα το μαντείο
Κάθισα ώρες μέσα σκάλιζα τη ψυχή

Το λόφο όταν κατέβηκα έπεσα στο ποτάμι
Και ο άγριος ο Αχέροντας με πήρε μακριά
Το παγωμένο του νερό στη θάλασσα με πάει
Σαν να μου έλεγε κρυφά: Γέμισες τη ψυχή

Σαν να μου έκλεγε κρυφά αυτή η δική μας θάλασσα
Θα περπατάει στο αίμα μας για πάντα σαν φωτιά
Σάκης Αθανασιάδης