ΚΑΠΟΥ ΜΑΚΡΙΑ ΕΔΩ ΚΟΝΤΑ
Γιάννης Βελίκης
Αθανασιάδης
Μοναξιά
Είχε ένα όμορφο κορμί η Μοναξιά
το σώμα της μου χάρισε για την ψυχή δεν ξέρω
την άκουγα να μου μιλά, τη χάιδευα απαλά
χίλια σημάδια μου άφησε κι ακόμα υποφέρω
Αγάπα αυτό που αγαπάς κι όπου η ζωή σε πάει
ο κόσμος παραιτήθηκε με χώμα πλέον μοιάζει
μες τη συνήθεια η ζωή μια φυλακή
φύγε μακριά απ’ το κοπάδι που βελάζει
Είχε ένα όμορφο κορμί η Μοναξιά
μόλις με άγγιζε σταμάταγε τον χρόνο
παράταγα το σώμα μου ανέβαινα ψηλά
απ’ τα μπαλκόνια άκουγα αυτός πηδάει
Μετά ντυνόταν βιαστικά
μέσα στης πόλης το κορμί να δραπετεύσει
το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ
ώσπου την είπα αγάπη Μοναξιά που μου αρέσει
Κάποτε χάθηκε για πάντα οριστικά
την άρπαξε η ομίχλη να τη φάει
ο έρωτας κοιμήθηκε παπλώματα βαριά
αγάπα αυτό
που αγαπάς κι όπου η ζωή σε πάει
ΣάκηςΑθανασιάδης-νυχτερινέςπατρίδες (2016)
Μέσα Αυγούστου το καράβι περνάει
μα αφήνει εδώ απλά για να δω
στη λευκή την πανσέληνο
της αγάπης τα χέρια
μα το ξέρω δεν μπορώ να μιλήσω
να σου πω πως έχεις παγωμένο φιλί
σε μια πόλη που πουλάει το φως
κι αγοράζει σκοτάδι
δεν νομίζω να φτάνει
στα μάτια σου θάλασσα
και η ψυχή θα διψάει
τόσα μυστικά, τόσο μακριά
το σώμα σου νομίζω δεν πονάει
έτσι η ζωή που δεν τη ζεις περνάει
όμως γνωρίζω πως καίει
αλάτι τη μνήμη σου
και μια φωνή που σου λέει
η αγάπη είναι πέτρα βαριά
δεν νομίζω να σκάει
κύμα στον ύπνο σου
και το κορμί να πονάει
αργία ψυχής δεν κάνεις μόνο εσύ
είναι χιλιάδες οι προσκυνητές
με τα ίδια τα μάτια σαν τα δικά σου
η αγάπη είναι πέτρα βαριά
μα έτσι η ζωή που δεν τη ζεις περνάει
Σάκης Αθανασιάδηςτο γκρεμισμένο κάστρο των ηρώων-2015
Όταν γυρίζω το κλειδί στο σπίτι που μεγάλωσα
Ξυπόλυτα τα καλοκαίρια χαιρετάνε το παιδί
Μέσα στην σκόνη με ρωτάνε το αίμα μου αν χάλασα
Από γυναίκες που ζητούσαν έναν πρίγκιπα να ΄ρθει
Μετά από λίγο όταν ανοίγω τα παράθυρα
Ο ήλιος κάνει έφοδο να μπει
Μες τα δωμάτια ορμάει φως για να χορέψει
Μες το μυαλό μου να με εκδικηθεί
Όταν γυρίζω στο σπίτι που μεγάλωσα
Αφήνω κάθε ψέμα απ’ το μυαλό μου να χαθεί
Βάζω φωτιά σε κάθε νόμο που χαλάει χαμόγελο
Τίποτα δεν γνωρίζω από τέλος κι αρχή
Καθώς περνάνε οι ώρες και οι τοίχοι μου χαμογελάνε
Έξω στην αυλή γαβγίζει ένα σκυλί
Πάλι οι πρόσφυγες θα φτιάχνουν πλιθιά να μεγαλώνουν όπου
πάνε
Γιατί η αγάπη όταν καίει είναι δυνατή
Όταν μυρίζω το βρεγμένο χώμα στην αυλή μου
Πάω αμέσως να ανάψω
ένα κερί
Σε αυτούς που τρέχουνε στα σύννεφα ξυπόλυτοι ακόμα
Και με κρατάνε μακριά από την άδεια την ζωή