Οι πρώτες σταγόνες της ανοιξιάτικης βροχής
καίνε τα μάτια
ο ήλιος πέφτει πληγωμένος στο ποτάμι
περπατάω αργά ανάμεσα σε σπασμένα κλαδιά
σκαλώνει η ψυχή στα αγκάθια
αφήνει κομμάτια της στο χορτάρι
το σώμα γεμίζει λάσπες
που αντί οι λάσπες να λερώνουν καθαρίζουν την ψυχή
Πια σύνορα να περάσω να μην σπάσω
το βάζο που κρατάω στα χέρια μου
το βάζο μιας ολόκληρης ζωής αδελφέ μου
όταν αέρας υγρός φωνάζει ονόματα απουσίας
μέχρι να φτάσω στην όχθη του Αξιού
να σκορπίσω τις στάχτες σου στο νερό να ελευθερωθείς
Μέσα στη σιωπή μου βλέπω ένα παιδί να τρέχει
στην απέναντι όχθη να κυνηγήσει τον ήλιο
με μια σφεντόνα στα χέρια
εσένα βλέπω να κρατάς την σφεντόνα
που τίποτα δεν φοβήθηκες
και κοιτάζω στα θολά νερά όλα τα καλοκαίρια μου
τους χειμώνες μου όλους
μα χάνονται οι εικόνες και τελειώνουν τα χρώματα
μόλις οι στάχτες σου αρχίζουν το ταξίδι τους για την θάλασσα
αλλά αυτό το ταξίδι σου δεν είναι το τέλος
γιατί η ψυχή που δεν πέφτει στο χώμα μεγαλώνει στο φως