Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Γιώργος Γκρίλης- Τα Τραγούδια του(αφιέρωμα)

Στίχοι: Γιώργος Γκρίλης
Μουσική: Νίκος Μουτάφης
Ερμηνεία: Νίκος Μουτάφης

                2012

Το είπαν οι Μάγιας κι η Αγία Γραφή
κι η Αρβανιτάκη το είπε κι αυτή
το λέει η επιστήμη, το λέει κι η ζωή:
τέλος θα έχει ό,τι είχε μια αρχή

Το ‘πε ο Λιακόπουλος, το θέλει ο Θεός
το πρόβλεψε ακόμη κι ο Ισλαμισμός
θα πούνε ‘επιτέλους!’ του Πάσχα οι αμνοί
και κατά βάθος… γουστάρεις κι εσύ

Τέλος το άγχος κι οι λογαριασμοί
τέρμα του Θρύλου οι πανηγυρισμοί
θα γλιτώσει ο γιος σου το στρατιωτικό
κι εσύ χίλιες δόσεις στο στεγαστικό

Νόημα θα βρουν των φτωχών οι ζωές
κι όσων αντέχουνε στις φυλακές
θα χαίρονται οι χήρες νομίζω διπλά
μαζί κι όλη η γη μας μ’ αυτά που τραβά

Μετρώ όμως το χρόνο – μαθηματικά
δύο χρόνια μόνο δεν είναι αρκετά
νομίζω θα φύγω στην άλλη ζωή
χωρίς να προλάβω να σου πάρω φιλί

Ερμηνεία: Γιώργος Πάππας
Στίχοι: Γιώργος Γκρίλης
Μουσική: Γιώργος Πάππας 

Του θάνατου και του Έρωτα
Ο θάνατος κι ο έρωτας κρύβουν μεγάλο πόνο
έχε το νου σου μη σε βρουν μες στη ζωή σου μόνο

Να ‘ρθεις εδώ να πλέξωμε στην Άνοιξη στεφάνι
δέντρο μονάχο κι αν ανθεί, καρπό ποτέ δεν κάνει

Κι αν ο Θεός ρίξει βροχή, να μην βραχείς πουλί μου
τον μπέτη ανοίγω να χωθείς μες στην αναπνοή μου

Κι όντες τα δυο θα σμίξομε σ’ ανασασμό μεγάλο
φιρμάνι ας βγάλει ο Θεός να μην πεθαίνουμε άλλο

Μουσική - Ερμηνεία: Μιχαέλα Κυριαφίνη
Στίχοι: Γιώργος Γκρίλης
       Εσένα θέλω μόνο
 Δεν ξέρω τι να πω στην αγκαλιά μου
Απόψε που κρατάει άλλο χέρι
Δεν ξέρω τι να πω και στα φιλιά μου
Που τη στοργή ζητάν σε λάθος μέρη

Πόσο πονάει η ψυχή
αυτή το ξέρει μόνο
που εσύ την καταδίκασες
να ξεγελάει τον πόνο

Πόσο πονάει η καρδιά
μην ψάξεις να το μάθεις
μετράει λόγια να σου πει
κοντά της να ξανάρθεις

Δεν ξέρω πώς να δέσω τη χαρά μου
Που τρέχει μες τη νύχτα ν' αποδράσει
Δεν ξέρω τι να πω στην αγκαλιά μου
Εσένα μου είπε ήθελε ν' αγκαλιάσει

Ο στίχος 'Δεν ξέρω τι να πω στην αγκαλιά μου' ανήκει στον Λευτέρη Παπαδόπουλο (από το τραγούδι του 'Σε θέλω τώρα') και αποτέλεσε την αφορμή να γράψω αυτό το τραγούδι.
Ο στίχος 'Πόσο πονάει η καρδιά μην ψάξεις να το μάθεις μετράει λόγια να σου πει
κοντά της να ξανάρθεις' αποτελεί προσθήκη της Συνθέτριας.

Ο Γιώργος Γκρίλης εκτός από εξαίρετος στιχουργός είναι και η ψυχή του:http://stixo-mythia.blogspot.com/

ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΠΟΙΙΑ
Το ιστολόγιο αυτό φιλοξενεί κατά κύριο λόγο στίχους (κατά προτίμηση έμμετρους) που φιλοδοξούν να γίνουν τραγούδια. Επιδιώκει να αφουγκραστεί τις νέες τάσεις της σύγχρονης ελληνικής στιχουργίας, καθώς και να αναδείξει στιχουργούς που δεν έχουν βρει (ακόμη...) το δρόμο τους προς τη δισκογραφία. Φιλοξενεί ακόμη προσωπικές ή και συλλογικές προσπάθειες τραγουδοποιίας (σε οπτική και ακουστική μορφή) καθώς επίσης και (περισσότερο ή λιγότερο) γνωστά τραγούδια που μας συγκινούν και έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Το σημαντικό είναι να υπάρχει ως τόπος συνάντησης των προσωπικών μας αγωνιών με τις οποίες εμπνευσμένοι μουσικοί μπορούν να παντρέψουν τις μουσικές τους αναζητήσεις. Ένα σταυροδρόμι των μύθων του στίχου με την δημιουργική ανάσα της μουσικής.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Μωσαϊκό: Η μικρή συμμορία του Σάκη Αθανασιάδη

Μωσαϊκό: Η μικρή συμμορία του Σάκη Αθανασιάδη: http://www.onestory.gr/post/22612088947 _Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ του Σάκη Αθανασιάδη * .
Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν σαν πελώρια χέρια, γυμνά σαν αγάλματα από την πρώτη πάχνη του φθινόπωρου. Στο βάδισμά τους σάρωναν ξερά χόρτα που τα έπαιρνε ο βοριάς και τα ταξίδευε στη θάλασσα. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το ακούραστο μάτι του ήλιου έσπερνε κίτρινο.
Φορούσαν κασκόλ και βαριά πανωφόρια, τα μικρά κορμιά τους έδειχναν σαν πάνινες μπάλες. Μέσα Νοέμβρη και ο ήλιος ήταν ανίκανος να τους ζεστάνει. Η λάμψη του μια αυταπάτη θερμότητας. Μόνο το έντονο φως του έμενε, τόσο πολύ που αν το έκοβες σε φέτες και το έκανες εξαγωγή σαν Ελλάδα θα γινόσουν πλούσιος.
Με τις ανάσες τους ζέσταιναν τα χέρια μιλώντας μεταξύ τους συνωμοτικά κι ανέβαιναν όλο και περισσότερο το ύψωμα. Λαχανιασμένοι, αλλά και σίγουροι πως η αποστολή τους άξιζε κάθε θυσία. Στις χούφτες τους κρατούσαν θρίαμβο, μα άφηναν τα χαμόγελα για αργότερα, όταν η αποστολή θα τελείωνε.
Φτάνοντας στο στόχο τους μαζεύτηκαν όλοι πίσω από ένα τοίχο, για να ξεκουραστούν. Με τα μάτια τους έψαξαν τη γύρω περιοχή, δεν υπήρχε κανείς.
«Περιμένετε, θα πάω εγώ» φώναξε ο Κώστας και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα του μικρού ναού.
«Πρόσεχε να μην αφήσεις αποτυπώματα» τους φώναξαν οι άλλοι που έμειναν πίσω.
«Είμαστε τυχεροί, είναι ξεκλείδωτα» είπε λίγο πριν χαθεί μέσα στο εκκλησάκι.
Στάθηκαν όλοι ακίνητοι για ένα λεπτό, ένα λεπτό που έμοιαζε αιώνας, περιμένοντας την τιμωρία από τον ουρανό. Αφού δεν έγινε τίποτε άρχισαν να πανηγυρίζουν.
«Το δάχτυλό σου τρέχει ακόμη αίμα» είπε με συμπόνια ο Παύλος στο φίλο του καθώς άφηναν πίσω τους το εκκλησάκι.
«Το τρύπησα αρκετά» του απάντησε ο Κώστας φέρνοντας το πληγωμένο δάχτυλο στο στόμα, για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Πάμε στα αμπέλια να κρυφτούμε κι από εκεί να βλέπουμε τον κόσμο όταν φτάσει» ακούστηκε να λέει ο Δημήτρης που ήταν ο μικρότερος της παρέας, σηκώνοντας ψηλά τα βαριά κιάλια του πατέρα του που είχε μαζί. 
Οι σφεντόνες χτυπούσαν στο στήθος τους καθώς άρχισαν να τρέχουν. Τα πρώτα δέντρα τους έκρυψαν στις σκιές τους. Τα είχαν καταφέρει και κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, σίγουρα ήταν ανίκητοι σαν τους ήρωες στα βιβλιαράκια που διάβαζαν. Ήταν ο Μπλέκ, ο Ζαγκόρ, ο Όμπραξ και ο Κάπτεν Μάρκ.
Η μικρή συμμορία ξεχύθηκε στα αμπέλια αναζητώντας κάποιο πουλί να χτυπήσει με τις σφεντόνες της. Ο Παύλος, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Τάσος, όλοι κάτω από δώδεκα χρονών. Ρουφούσαν τις ιστορίες από τα κόμικς που διάβαζαν και αγωνίζονταν να ξεπεράσουν τους ήρωές τους. Η παιδική τους άγνοια τους απαγόρευε να δουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τη χαρά της περιπέτειας, αν και η τιμωρία δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη. Η βέργα του δασκάλου παρέμενε μια μόνιμη απειλή. Τα καλοκαίρια που αυτός ο φόβος δεν υπήρχε γύριζαν πάνω κάτω στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ και λειτουργούσαν σαν μια μυστική οργάνωση. Με αρχηγό, υπαρχηγό και μέλη.
Με κοντά παντελόνια έτρεχαν στις γειτονιές σημαδεύοντας με τις σφεντόνες τους εκτός από πουλιά και τζαμαρίες. Μερικές φορές έλυναν από τη βοσκή γαιδάρους τους καβαλούσαν κι έτρεχαν στους χωματόδρομους. Το ποτάμι ήταν το μόνο εμπόδιο που έφραζε την πορεία τους. Από τα αγαπημένα παιχνίδια των μικρών φίλων ήταν τα εμπόδια στους περαστικούς. Κρυμμένοι στην άκρη του δρόμου περίμεναν το θύμα τους και μόλις πλησίαζε στο σημείο της ενέδρας τραβούσαν ένα μακρύ σύρμα και ο περαστικός έπεφτε κάτω σα να τον χαστούκιζε ο θεός. Μετά χάνονταν στο σκοτάδι.
Οι μεγάλες απώλειες από χτυπήματα και σχισμένα ρούχα υπήρχαν στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις άλλες γειτονιές. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, όποια ομάδα έχανε μοίραζε κλωτσιές στα τυφλά κι έτσι η μάχη σώμα με σώμα άρχιζε. Συμμαθητές δεν υπήρχαν, μονάχα αντίπαλοι κι έπρεπε να συντριβούν με κάθε τρόπο.
Κουρασμένοι κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου να μετρήσουν τα πουλιά που είχαν χτυπήσει. Ο Κώστας έλειπε, τον έψαχναν με τα μάτια τους. Ξαφνικά από μακριά άκουσαν τη φωνή του.
«Παιδιά ελάτε…»
Την ώρα που είχαν σκαρφαλώσει σε μια αμυγδαλιά ακούστηκε από το χωριό η καμπάνα της εκκλησίας.
«Ξεκινάνε. Σε μια ώρα θα έχουν φτάσει. Μαζέψτε γρήγορα τα αμύγδαλα να βρούμε ένα σημείο να βλέπουμε καλύτερα» μουρμούρισε ο Κώστας.
Οι χωρικοί βάδιζαν αμίλητοι, τα πόδια τους είχαν το βάρος παρατημένων. Η σκόνη έσμιγε με τα χνώτα τους, αδιαμαρτύρητα έγλυφαν την κόκκινη λάσπη. Κανείς δεν θα ήθελε να κρατήσει στη μνήμη του όλα αυτά τα σκαμμένα απ’ τον μόχθο πρόσωπα, όλοι ήθελαν να τα πετάξουν μακριά σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το ανθρώπινο ποτάμι ανέβαινε με δυσκολία το λόφο. Οι περισσότεροι περπατούσαν έχοντας το κεφάλι σκυμμένο προς τη γη λες και ήθελαν να παρατήσουν την κούρασή τους στο χώμα και να ελευθερωθούν. Πίσω του η κατακίτρινη από την ξηρασία πεδιάδα, δεκάδες χωριά και στο βάθος ο Αξιός ποταμός που το λιγοστό νερό του έφτανε ίσα-ίσα να ξεδιψάσουν τα κοπάδια με τα ζώα.
Θα μπορούσε ο θεός να δώσει εντολή στα σύννεφα να φέρουν βροχή κι όλη αυτή η λύπη να μετατραπεί σε χαρά; Κανείς δεν ήθελε να το συζητήσει με τον διπλανό του. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν ο θεός και σε αυτόν έτρεχαν σήμερα. Χωρίς μεγάλη πίστη.
Ο παπάς του χωριού οδηγούσε την πορεία. Ο βοριάς έπαιζε με το άσαρκο κορμί του, συχνά του σήκωνε το ράσο, του έκρυβε το πρόσωπο κι έπεφτε καταγής, αλλά αυτός πεισματικά αγνοούσε όλα τα εμπόδια και συνέχιζε την πορεία.
Όταν έφτασε έξω από το εκκλησάκι στάθηκε ακίνητος. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε άκεφα τον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς τον κόσμο, μασούλισε μερικές λέξεις που κόλλησαν στα χείλη του και χαμογέλασε λυπημένα.
«Παρακαλώ να περιμένετε όλοι εδώ και να κάνετε απόλυτη ησυχία. Θα πάω μέσα να προσευχηθώ και να φέρω έξω την εικόνα» είπε στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία.
Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα είχε έρθει στη μακεδονική γη μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που κατέκλισαν τα γύρω χωριά και επέβαλαν μια σιωπηλή κυριαρχία στον ντόπιο πληθυσμό καθώς τον βρήκαν αφανισμένο από το ανελέητο κυνηγητό των Βουλγάρων και των Τούρκων. Άλλοτε η εικόνα έκλαιγε κι άλλοτε ακούγονταν ήχοι από το πουθενά. Μερικές γυναίκες έλεγαν πως γέννησαν, ενώ ο γιατρός τους τις είχε βγάλει στείρες, όταν στον ύπνο τους είδαν την εικόνα του αγίου.
Από την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ο παπάς πεσμένος στα γόνατά του να προσεύχεται. Ο κόσμος άρχιζε να μουρμουρίζει για την καθυστέρηση. Αν ήσουν ξένος θα έτρεχες να φύγεις μακριά και να πετάξεις όλη τη λύπη που μάζεψες στο ύψωμα, αλλά σε αυτή τη λιτανεία δεν υπήρχαν ξένοι. Μονάχα οι απελπισμένοι χωρικοί και η μικρή συμμορία που είχε σκαρφαλώσει στα κλαδιά μιας μουριάς και παρατηρούσε με τα κιάλια αυτά που συνέβαιναν στο εκκλησάκι ελπίζοντας το αίμα που έτρεξε από το χέρι του Κώστα να μη πήγαινε χαμένο.
Ξαφνικά ο παπάς σηκώθηκε όρθιος. Πλησίασε την βαριά ξύλινη εικόνα και την πήρε στην αγκαλιά του σαν μωρό, κατόπιν έμεινε ακίνητος. Τα μάτια του βούρκωσαν, το ράσο του βρέχονταν από τα δάκρυα. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς την έξοδο αγνοώντας τις σκόρπιες φωνές και τον κόσμο που τον κύκλωνε. Έσπρωξε μερικούς κι ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να μιλήσει έκλεισε τα μάτια λες και οι εικόνες στη μνήμη του άρχισαν να λιγοστεύουν ή πως είχε ναυαγήσει σε κάποια θάλασσα κι έψαχνε τρόπο να σωθεί.
Σκούπισε τα υγρά του μάγουλα, αφήνοντας να περάσει ένα λεπτό αιώνιας σιωπής. Τέλος, έστρεψε την εικόνα προς το μέρος των χωρικών και τη σήκωσε ψηλά.
«Αυτή είναι η φωνή του θεού. Το αίμα που τρέχει εδώ σήμερα από την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές που ο θεός μας έστειλε ένα σημάδι για να βρούμε την αγάπη στην ψυχή μας» τα χέρια του έτρεμαν από τη συγκίνηση και ανίκανος για μια ακόμη φορά να κρύψει την συντριβή του, κάθισε στη πέτρα.
Το πλήθος γονάτισε. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη κι άρχισε να προσεύχεται.
Ο παπάς σηκώθηκε ξανά όρθιος. Έμοιαζε σαν να γύριζε στο παρόν μετά από ένα μακρινό και κοπιαστικό ταξίδι.
«Θα κάνουμε αγρυπνία σήμερα. Ο θεός είναι μεγάλος και θα μας λυπηθεί αν ζητήσουμε συγνώμη για τις αμαρτίες μας» γύρω του κάποιοι γέροντες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά κοιτάζοντας με δέος τον ουρανό.
«Ο θεός είναι εδώ, δεν μας ξέχασε, ας μην τον αφήσουμε να ξαναφύγει» είπε κάποιος πιο ψύχραιμος.
Ο ήλιος σταδιακά έδυε. Στην τελευταία του βουτιά πίσω απ’ το λόφο ένα κοπάδι μαυροπούλια σκέπασε τον ουρανό, πάνω απ’ τα κεφάλια των χωρικών, πριν χαθεί κι αυτό στο μισοσκόταδο.
Ο παπάς ακίνητος στη θέση του έμοιαζε με λείψανο κάποιας διαλυμένης αυτοκρατορίας.
«Να πάνε μερικοί στο χωριό να φέρουν ρούχα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους» είπε ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του την ώρα που η νύχτα έκρυβε τα πρόσωπα.
Περπατούσαν στο χωματόδρομο με τις τσέπες τους γεμάτες θρίαμβο. Έριχναν πότε- πότε μια ματιά στο εκκλησάκι και γελούσαν με τα σκόρπια φώτα που χόρευαν στο λόφο. Ξαφνικά ο βοριάς που φυσούσε με λύσσα για μέρες σταμάτησε. Τα σύννεφα άρχισαν να μουτζουρώνουν το φεγγάρι ώσπου το έσβησαν, την ώρα που τα παιδιά πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια του χωριού.
«Καλά τα καταφέραμε» είπε στους φίλους του ο Κώστας.
«Ο Μπλεκ δεν χάνει ποτέ» απάντησε ο Τάσος κι έσφιξε τη σφεντόνα.
«Παιδιά βρέχει…» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. «Πάμε στα σπίτια μας γρήγορα θα γίνουμε μούσκεμα»
«Ουγκ…ο μεγάλος Μανιτού στέλνει τα δάκρυά του στα χλομά πρόσωπα» ψέλλισε ο Δημήτρης, παριστάνοντας τον ινδιάνο κι άρχισε να τρέχει καθώς η βροχή δυνάμωνε.
Μια συμμορία του απογεύματος, πολύ μακριά απ’ τον έρωτα, απ’ τον θάνατο και το φόβο…
.
Ο Σάκης Αθανασιάδης γεννήθηκε το 1965 στο Άγιο Πέτρο του Κιλκίς και από τις όχθες του Αξιού ποταμού βρέθηκε στα ανθρώπινα ποτάμια της Αθήνας κυνηγώντας μια θέση στα Ελληνικά γράμματα. Τώρα διαμένει στην Λαμία, όπου εργάζεται στο Τ.Ε.Ι. της πόλης. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις, ενώ ποιήματά του βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες. Έχει κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία με ποιήματα, δύο βιβλία με διηγήματα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Οι ΑrpeggiosMP μελοποίησαν στίχους του το 2012.
http://mwsaiko.blogspot.gr/2012/05/fb_6549.html

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Το Ένα Σύννεφο-Σάκης Αθανασιάδης


                  Το  Ένα Σύννεφο

Ποτέ δεν θα φωνάξω την αγάπη που έχει φύγει
Πίσω να γυρίσει μια συνήθεια να γίνει
Γιατί αν υπήρχε εδώ θα είχε μείνει
Κι αν έπεφτε στο δρόμο θα πέφταμε και οι δυο

Δεν θέλω να πετάξω μια βρισιά γιατί θα μείνει
Σημάδι για να κάνω πληγή που δεν θα κλείνει
Όπου κι αν είσαι δεν θέλω να ματώνεις
Το λέω σαν αντίο και καπνίζουν τα φιλιά

Πάρε φωτιά κάψε τα χρώματα
Να βλέπεις άσπρο μαύρο τον καιρό
Γιατί για χρόνια βρε αγάπη μου
Έψαχνες το ουράνιο τόξο σε γκρεμό
                 
Και μόνο χώματα μου έφερνες
Πληγές στο σώμα στο μυαλό
Όμως με βάφτισαν σε αιώρα και το γνώριζα
Πως θα πετάω σαν χαρτί στον ουρανό

Κοίτα να βγεις απ’ τα ρολόγια σου
Πάρε  ανάσα όταν κοιτάς τον ουρανό
Να μη θυμάσαι που για λίγο κρύφτηκα
Πίσω απ’ τα σύννεφα  και δεν μιλώ

Να μη λυπάσαι όταν σου πουν πως κρύφτηκα
Σαν να είμαι εκεί που ήμουνα πριν γεννηθώ
Πάρε φωτιά κάψε τα χρώματα
Να βλέπεις άσπρο μαύρο τον καιρό
Σάκης Αθανασιάδης

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Νερόκοτες-Σάκης Αθανασιάδης


                                      
                     Νερόκοτες
Μόνο χωράφια έμειναν και ήλιου χάδια
Πάνε τα στάσιμα νερά και τα κανάλια
Ντομάτες με ορμόνες και λιπάσματα
Να βγει πιο πρώιμη η σοδιά κι ας είναι χάλια

Τα παραμύθια σου μόνο μου έλεγαν
Για την οργή του ποταμού γιαγιά
Απ’ το καμένο σπίτι τα χαλάσματα
Μη τα πετάξω φώναζαν μακριά

Για τα καλάμια  που έχει κάψει η φωτιά
Και  τα κανάλια που σκεπάστηκαν με χώμα
Τη εξορία που χαρίσαν στα άμοιρα πουλιά
Κανείς δεν μίλησε  ποτέ γι’ αυτά ακόμα

Μα είδα αυτά τα πουλιά σε ανθρώπων κορμιά
Πεζοδρόμια να σκάβουν στην πόλη
Για να ανοίξουν ξανά τα κανάλια αυτά
Τα καλάμια τους λείπουν ακόμη

Μα είδα αυτά τα πουλιά που γνωρίζουν πολλά
Να φοβούνται σαν πέφτει η σκόνη
Να ζητούν ξαφνικά να κρυφτούνε βαθιά
Σαν φωνάζει κι απειλή η οθόνη

Έχουνε αλλάξει και το χρώμα με άλλο χρώμα
Για να μυρίζει ο άνεμος μόνο φτηνή κολόνια
Κι έχουν σκεπάσει τα όνειρά τους με το χώμα
Χτίσαν δωμάτια με καλάμια βρίσαν χρόνια
 Σάκης Αθανασιάδης                                                      

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Για Μαξιλάρι ένα Σύννεφο-Σάκης Αθανασιάδης


                                                  
     Για Μαξιλάρι ένα Σύννεφο

Εσύ να  φέρνεις μαξιλάρι ένα σύννεφο
Να πρασινίζει  το φεγγάρι στο σκοτάδι
Κι εγώ λιβάδι μαγικό μα όχι  αδύνατο
Όταν θα φεύγει η βάρκα άδεια για τον Άδη

Στον ουρανό πια το φεγγάρι να είναι ασήμαντο
Όταν τα χείλη σου αγγίζω φως να γίνω
Όταν η αύρα σου με διώχνει απ’ το λίγο
Χτυπάω το φόβο μου βρίσκω νερό και πίνω

Εσύ να  φέρνεις μαξιλάρι ένα σύννεφο
Να μείνω εδώ πολύ να προσπαθήσω
Να σκάψω και στο χώμα και τις ήττες να αφήσω
Τη μάχη μου να δώσω να κερδίσω

Εσύ να  φέρνεις μαξιλάρι ένα σύννεφο
Από τον κόσμο μου να ρίξεις κι άλλο σύνορο
Να βλέπω απ’ τα μάτια σου ελεύθερο ουρανό
Και απ’ το χώμα στήριγμα να βρω να σηκωθώ

Μα αυτόν το κήπο που είδες πρώτη σε άλλο σύννεφο
Μη τον αγγίξεις το αστέρι θα σε πάρει
Και με αφήσεις πίσω μόνο μου και ασήμαντο
Να περιμένω τον βαρκάρη να με πάρει
Σάκης Αθανασιάδης                                                      


Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ ΣΟΥ -Τραγούδι: Γιάννης Βελίκης. Στίχοι: Σάκης Αθανασιάδης- ARPEGGIOSMP


Τραγούδι: Γιάννης Βελίκης.
Στίχοι: Σάκης Αθανασιάδης. Σύνθεση - Κιθάρες: Γιάννης Βελίκης. Ηχοληψία - Παραγωγή: Χρήστος Φολτόπουλος                                 http://soundcloud.com/arpeggiosmp/arpeggiosmp-9
 
ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ  ΣΟΥ 
                         Τραγούδι: Γιάννης Βελίκης. Στίχοι: Σάκης Αθανασιάδης
Μίλα μου πάλι να έρθει ο ήλιος
Πάνω στο άρμα σου και ετούτο το πρωί
Να επουλώσει έστω και λίγο
Το τραύμα που αφήνει στην ψυχή η εποχή

Πάντα τα βράδια σου στέλνω σημάδια
Μακριά αν είσαι να είμαι μέσα σου η φωνή
Με μια ελπίδα σε μια μόνο παρτίδα
Να καταφέρω να γυμνώσω τη σιωπή
  
Απ' το νησί της αγκαλιάς σου έχω σημάδια
Στη σκέψη μου έχω του ερωτά σου την ορμή
Κι αν βλέπω μπόρα τρέχω όπως τώρα
Να βρω νερό απ' την πηγή που είσαι εσύ
  
Έχω απ’ τα χάδια των φιλιών σου σημάδια
Στα μάτια έχω τη δική σου τη φωνή
Κι αν βλέπω άδεια κάποια καράβια
Είναι που η χώρα για ενέχυρο που έχει δοθεί

Έχω στο αίμα του θυμού σου το βλέμμα
Έχω από σένα μια εικόνα μαγική
Στο νέο αιώνα να σπας τον κανόνα
Να είσαι φως νερό να είσαι η ίδια η ζωή

Απ' το νησί της αγκαλιάς σου έχω σημάδια
Στη σκέψη μου έχω του ερωτά σου την ορμή
Κι αν βλέπω μπόρα τρέχω όπως τώρα
Να βρω νερό απ' την πηγή που είσαι εσύ
  
Μίλα μου πάλι να έρθει ο ήλιος
Πάνω στο άρμα σου και ετούτο το πρωί

Κι αυτή τη σελίδα την έχω πατρίδα
Αυτό το απλό που έκανε αδύνατο η ζωή
Να με πετάει σε φως γαλάζιο
Μια που η σημαία μου λερώθηκε κι αυτή

Απ' το νησί της αγκαλιάς σου έχω σημάδια
Στη σκέψη μου έχω του ερωτά σου την ορμή
Κι αν βλέπω μπόρα τρέχω όπως τώρα
Να βρω νερό απ' την πηγή που είσαι εσύ
http://www.youtube.com/blogs/athanasiadissakis

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Μηχανόδρομος-Σάκης Αθανασιάδης


                 Μηχανόδρομος
Ψεύτικες σφαίρες φυτεύανε οι μέρες
Βιντεοπαιχνίδια με τρόμου υλικά
Μια σκόνη φόβου που σε φωνάζει
Στο λεωφορείο τους να μπεις πρώτη φορά

Χιλιάδες φώτα σου λέγανε σώπα
Περίμενε σινιάλο να γυρνάς εδώ κοντά  
Στη λεωφόρο θα βρεις κι εσύ ένα ρόλο
Δεν πρέπει να σκοντάψεις αφού πολλοί πάνε μπροστά

Σε πόσα ταξίδια συνάντησες ίδια
Σαν έψαχνες στην έρημο καρδιά
Στα άδεια ποτήρια η έρημος ίδια
Πάντα η όασή θα βρίσκεται μακριά

Σε πόσα ταξίδια η γεύση ήταν ίδια
Μα η ελπίδα έχει μάτια μυστικά
Σε ανακαλύπτει σου δείχνει την πόρτα
Εσύ την ανοίγεις και πετάς σαν φως ψηλά

Σου λέγανε φίλοι μη παίρνεις πια ρίσκο
Παίξε μια «φούσκα» και μάζεψε «χαρτιά»
Με τον καθρέπτη σου να παίζεις μόνο
Και τις γυναίκες που θα ψάχνουν σιγουριά

Ψεύτικες σφαίρες φυτεύανε οι μέρες
Βιντεοπαιχνίδια με τρόμου υλικά
Η πατρίδα πουλήθηκε σου λέγανε ρώτα
Κοίτα τους ξένους που σε  βρίζουν φανερά        
Σάκης Αθανασιάδης

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Μάθε να Πετάς Τώρα που Όλοι Πέφτουν-Σάκης Αθανασιάδης


Μάθε να Πετάς Τώρα που Όλοι Πέφτουν

Θα σε τρυπήσουν με τα αγκάθια τους το σώμα
Μα απ’ το κορμί σου δεν θα τρέξει στάλα αίμα
Θα βγαίνει απ’ τα μάτια σου μια δυνατή φωνή
Και θα χορεύει ελεύθερη στον καθαρό αέρα

Μάθε να πετάς τώρα που όλοι πέφτουν
Μάθε και στις σφαίρες  τους λουλούδια να πετάς
Μάθε να μιλάς σε αυτούς με τη σιωπή σου
Τα αστέρια σου στους φράχτες σαν κοιτάς

Μάθε να πετάς τώρα που όλοι πέφτουν
Μάθε να μιλάς αφού όλα σιωπούν
Μάθε να αγαπάς αυτά που δίπλα μένουν
Μάθε να ζητάς το δίκιο όταν μιλάς

Μάθε να λες όχι σε αυτό που όλο μιλάει
Μάθε να λες ναι στον έρωτα νικάει
Μάθε να λες όχι στο ισχυρό για να πονά
Μάθε να αγαπάς να πάνε όλα καλά

Θα σε χτυπήσουν με τα ψεύτικα τα λόγια
Μα απ’ σένα δεν θα πάρουν καμιά σφαίρα
Θα φαίνεται στα μάτια σου μια καθαρή ψυχή
Και θα χορεύει ελεύθερη στον καθαρό αέρα

Μάθε να πετάς στα σύννεφα κι ας πέφτουν
Μάθε να λες σήκω στο αδύνατο να προχωρά
Μάθε πως αν φεύγεις η ήττα σου θα μένει
Άνοιξε παράθυρο στον ήλιο να περνά

 Σάκης Αθανασιάδης 

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Το Ποτήρι με τις Κόκκινες Μέρες-Σάκης Αθανασιάδης


Το Ποτήρι με τις Κόκκινες Μέρες

Ανοίγει ο φόβος το καλάθι του για σένα
Μια οθόνη σε διατάζει: Σιωπή
Και ο χρόνος πίνει το ποτήρι μου για μένα
Και η φωνή του είναι όλο απειλή

Αν θα πετάξω μια πέτρα μες το κύμα
Πολλοί θα πούνε ο δειλός χτυπά νερά
Τον ύπνο όμως έβαλα όπως παλιά σημάδι
Ένα ποτήρι με τις κόκκινές μου μέρες που γελά

Ένα φιλί σου άφησα στην πέτρα
Για να το πάρεις για συγνώμη ή ενοχή
Να το φοράς σε κάποια βράδια αντί για μπέρτα
Να μη σε αγγίζουν οι σταγόνες στη βροχή

Ένα κρασί σου άφησα στην πόρτα
Για να το πιεις μέχρι να κάψεις το κορμί
Να μου μιλάς ως το πρωί με  άγρια χάδια
Να μου ζεστάνεις έστω λίγο την ψυχή

Αν θα κρυφτώ σε μια σκιά και γίνω βράχος
Πριν με αρπάξουνε τα μαύρα τα πουλιά
Πάρε τα χρώματα που άφησα στην πέτρα
Βάψε έναν ήλιο και άφησέ τον να πετά

Μέσα στα Mάτια σου να δω Ανατολή-Σάκης Αθανασιάδης


                                                          
Μέσα στα Mάτια σου να δω Ανατολή

Ξυπνάω Δευτέρες και μαζεύω τις σφαίρες
Για να χτυπήσω  μια κάρτα πρωινή
Και ο ήλιος φεύγει και μένουν οι μέρες
Να μου θυμίζουν πως πληρώνεται η ζωή

Βγαίνω στο δρόμο σβήνω το χρόνο
Σβήνω απ’ τη σκέψη πως η κούραση θα βγει
Αυτό που ζητάω εσύ γνωρίζεις μόνο
Μέσα στα μάτια σου να δω ανατολή

Γιατί δε χάθηκα μες της ανάγκης τα άδεια μάτια
Γιατί δεν πήρα με ρωτάς φωνή προσκυνητή
Να λέω όλα είναι ίδια δεν αλλάζει τίποτα
Και να αφήνω τη ζωή μου στη σιωπή
  
Παίρνω ένα δρόμο που δε ξέρω που με βγάζει
Και δε γνωρίζεις να μου πεις ούτε και εσύ
Αυτό που ξέρω η ψυχή μου θα γεράσει
Αν μες τα μάτια σου ο ήλιος δεν θα βγει

Γιατί δεν κρύφτηκα από τον ήλιο και τη νύχτα
Γιατί δεν έχω μια ήσυχη προβλέψιμη ζωή
Να λέω δεν πειράζει δεν αλλάζω τίποτα
Γιατί τα μάτια μου θα έβλεπες  πληγή
Σάκης Αθανασιάδης                                                       

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Το Γάλα του Λάθους-Σάκης Αθανασιάδης


  Το Γάλα του Λάθους

Καιρός να πιστέψω πως ήρθε η ώρα
Σκυφτός μες τη λάσπη να μείνω
Αφού δεν μπορώ υλικά να αγοράζω
Και σπίτι με ήλιο όλο φτιάχνω

Σχεδόν θα πιστέψω πως όλα τα χρόνια
Μεγάλωσα με το γάλα του λάθους
Αφού σε κολέγιο στις Η.Π.Α. δεν πήγα
Δεν πόνταρα πως θα χάσει η πείνα
 
Μα πώς να αλλάξω της μάνας το γάλα
Να επιτρέψω να γελάσει το ψέμα
Στα χάλια του πλούτου να πέσω στα σάλια
Να σφουγγαρίζω στον ύπνο μου αίμα

Σχεδόν θα πιστέψω πως όλα τα χρόνια
Μεγάλωσα με το γάλα του λάθους
Αφού αν περνούσαν οι εχθροί μου σαν φίλοι
Θα ήταν ο κόσμος μου άλλος

Σκυφτοί αν καθόταν στις Θερμοπύλες
Και  οι πύλες ανοίγαν στην Πόλη
Κανένας εχθρός δεν θα υπήρχε και ακόμη
Καμία φωτιά δυνατή να ζυγώνει

Σχεδόν θα πιστέψω σε μια άλλη Ολυμπία
Με χέρια  ειρήνης σπασμένα
Που τώρα τα ρούχα της αδικίας
Είναι ραμμένα μονάχα για μένα
 Σάκης Αθανασιάδης                                                       

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Ψυχή από Χώμα - Σώμα από Νερό-Σάκης Αθανασιάδης


                                       
   Ψυχή από Χώμα - Σώμα από Νερό
Χτυπάει δίπλα πάλι ο άνεμος καιρός
Το αδύναμο κλαδί για να το σπάσει
Κι εσύ κοιτάζεις σαν αθάνατος κορμός
Γιατί ο άνεμος σε σένα δε θα φτάσει

Μάζευες χρόνια τον ιδρώτα μου σε καταθέσεις
Και τον επένδυσες κάπου μακριά για να μπορέσεις
Την έπαρσή σου σε μια έπαυλη να κλείσεις
Να φαίνεσαι στους άλλους ο θεός και στο θεό να αρέσεις

Κοίταξε τώρα που ο άνεμος  λυσσά
Αν πέφτουν και οι κορμοί κάτω στο χώμα
Αν πέφτουνε στη γη μαζί κι αυτοί
Που πούλησαν το ματωμένο χώμα

Κορμί από νερό ψυχή από χώμα κοίταξε τώρα   
Τα αγάλματα τα ίδια να  ξυπνούν
Να παίρνουν την ψυχή σου απ’ το χώμα
Κορμί από νερό ψυχή από χώμα κοίταξε τώρα   
Ποιοι τρέχουν μες τη νύχτα να κρυφτούν
Ανάμεσά τους άραγε τρέχεις κι εσύ πια τώρα;

Περνούσες μόνο από δρόμους που ήταν άδειοι
Στους φίλους σου τα αργύρια να αφήσεις
Που τρέξανε χωρίς πολύ να το ζητήσεις
Να χτίσουν με τσιμέντο τη ζωή
Με τη ζωή μου εξουσία να κερδίσεις
Σάκης Αθανασιάδης                                                      

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ο Αιχμάλωτος Θεός-Σάκης Αθανασιάδης


                                          
                   Ο Αιχμάλωτος Θεός
Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν μια παγίδα
Να μπω κι εγώ στο σύστημα απλό λογισμικό
Κι αντί να ψάχνω πέρασμα στον έρωτα να πάω
Το Δία να μου δείχνουνε στο χώμα και γυμνό

Ψάχνω τη δύναμη λοιπόν να πάρω ένα ψαλίδι
Μήπως και κόψω το σκοινί που σφίγγει την καρδιά
Πριν η ανάσα μου η μικρή χαλάσει σαν παιγνίδι
Και με πετάξουν άχρηστο σε κάποια αμμουδιά

Βγάζω απ’ τα μάτια μου λάσπη και χώμα
Κι όλα τα ψεύτικα τα δώρα εκδοτών
Μιλάει ο καθρέπτης και μου λέει άκου τώρα
Ο ουρανός δεν δέχεται αιχμάλωτο θεό

Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν μια παγίδα
Να μπω κι εγώ στο κάστρο τους και εκεί να κλειδωθώ
Κι αντί να χτίζω όνειρα τη νύχτα με τους ήχους
Κατάδικος στο κάστρο τους τις πέτρες να χτυπώ

Χάθηκαν τα παιδιά απ’ το παράθυρό μου
Ξυπόλυτη πια βλέπω την ελπίδα σε παγκάκια
Να περπατάει μόνη νύχτα στα σοκάκια
Τα όνειρα στα χέρια της να λιώνουν παγωτό

Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν μια παγίδα
Να μπω κι εγώ στο κάδρο τους να φωτογραφηθώ
Μα το κουστούμι πούλησα να βρω μια ελπίδα
Για να μιλώ στον ήλιο μου και στο μικρό μου γιό
Σάκης Αθανασιάδης                                                      

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Τα Μικρά Καλοκαίρια-Σάκης Αθανασιάδης


Τα Μικρά Καλοκαίρια

Βρήκα μια σφεντόνα
Ξεχασμένη μες το χώμα
Που μου έφερε το χθες
Να μου μιλήσει τώρα

Κάτω από τα δέντρα
Να χτυπώ τις μοναξιές
Με τις πέτρες τις μικρές
Του χωριού τα μεσημέρια

Να πετάω περιστέρια
Να βουτάνε απ’ τα αστέρια
Στα μικρά τα καλοκαίρια
Φως και χώμα είχα χέρια
             
Κάτω από τον ήλιο
Φως και χώμα τώρα ας γίνω
Κάτω από τον ήλιο
Μια αγκαλιά μικρή να δίνω

Κάτω από τον ήλιο
Καλοκαίρι τώρα ας  γίνω
Κάτω από τον ήλιο
Στο γαλάζιο μόνο ας μείνω

Βρήκα μια σφεντόνα
Ξεχασμένη στον αιώνα
Που μου χάρισε
Του χθες τα  δώρα

Κάτω από τα δέντρα
Να ξυπνάω καλοκαίρια
Να μετράω τα αστέρια
Πάντα με τα ίδια χέρια
 Σάκης Αθανασιάδης

Βάλε στα Μάτια μου Ελπίδα-Σάκης Αθανασιάδης


                                      
 Βάλε στα Μάτια μου Ελπίδα

Όπου να πάω με χτυπούν
Της μοναξιάς τα τρένα
Αν είσαι εσύ  πολύ μακριά
Τα μάτια είναι κλεισμένα

Μα όταν έρχεσαι ξανά
Φεύγουν τα γκρίζα τρένα
Τα μάτια βάζω στην καρδιά
Για να κοιτάζω εσένα

Μια ωραία σιωπή
Του κορμιού σου η χώρα
H ψυχή μου η γυμνή
Να γεμίζει με δώρα

Μια ωραία σιωπή
Του κορμιού σου η χώρα
Που μπορεί η ζωή
Να γελάει όπως τώρα

Βάλε στα μάτια μου ελπίδα
Και διάλεξε την ανηφόρα
Να ανέβω πάλι για να δω
Αν έχει έρημο ή νερό
Η πληγωμένη χώρα

Μια ωραία αγκαλιά
Με φιλιά για τον δρόμο
Και μετά θα με δεις
Να γελώ αυτό μόνο

Βάλε στα μάτια μου ελπίδα
Βγάλε τον έρωτα στο δρόμο
Αυτός μόνο μπορεί το ξέρεις
Να δείξει σε ένα  Έλληνα το δρόμο

Είναι μεγάλο πράγμα να μπορώ
Μόνο μπροστά να προχωρήσω
Να τρέχω κόντρα στον καιρό
Να λέω θέλω και θα ζήσω

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Με Βέσπα σε μια Πρέσπα-Σάκης Αθανασιάδης


Με Βέσπα σε μια Πρέσπα

Μου είπες πάμε διακοπές
Η ζέστη θα μας φάει
Φέτος να βρούμε διαδρομές
Που λίγοι έχουν πάει

Κράνη σακίδια  και λοιπά
Πίσω η πόλη άδεια
Θεσσαλονίκη-Έδεσσα
Καφέ στη λίμνη Άγρα

Στάση στη Φλώρινα ξανά
Και η ζέστη έχει φύγει
Τώρα αρχίζουν οι στροφές
Στου δάσους τη γαλήνη

Με μια βέσπα σε μια Πρέσπα
Σαν πουλιά…
Με μια βέσπα σε μια Πρέσπα
Αγκαλιά…

Με μια βέσπα και παρέα τα πουλιά
Μέσα στο δάσος να μιλάνε τα φιλιά

Πήρα μια βάρκα σου  ’πα μπες
Θα βγούμε για να δούμε
Ένα ηλιοβασίλεμα
Που άλλοι δεν μπορούνε

Σε αυτό το άγριο της ζωής
Κάτι θα θυμηθούμε
Κάποια μας όνειρα μισά
Που ίσως  να τα βρούμε

Σε μια Πρέσπα με τα αστέρια αγκαλιά
Θα μας μιλήσει μια νεράιδα ξαφνικά
Σάκης Αθανασιάδης

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Ζωγράφισε μια Θάλασσα να έρθει Καλοκαίρι-Σάκης Αθανασιάδης


Ζωγράφισε μια Θάλασσα να έρθει Καλοκαίρι

Τα μολυβένια στρατιωτάκια
Που έπαιζα μικρό παιδί
Τώρα τα βλέπω με σακάκια
Να κάνουν βόλτες στη βροχή

Μέσα στις τσέπες μου κοιτάω
Αν έχω ακόμα το κλειδί
Να τα κλειδώσω στο κουτί μου
Πριν να μου κλέψουν τη ζωή

Έχω απλώσει σε έναν τοίχο
Γαλάζιο χρώμα να μπορώ
Στα όνειρα να βάζω ήχο
Στα μάτια σου ήλιο να βρω

Ζωγράφισε μια θάλασσα να έρθει Καλοκαίρι
Κι άνοιξε μια αγκαλιά να πέσει ένα αστέρι
Να αφήσουμε μια μουσική αγάπη να μας φέρει
Ζωγράφισε μια θάλασσα να έρθει Καλοκαίρι

Ζωγράφισε μια θάλασσα και ένα φιλί αστέρι
Και αγκάλιασε τη ζωγραφιά να έρθει Καλοκαίρι
Και πάλι ρίξε τη ζαριά ελπίδα για να φέρει
Ζωγράφισε μια θάλασσα να έρθει Καλοκαίρι

Μέσα στα μάτια σου κοιτάω
Πως έχω ακόμα το κλειδί
Τα μολυβένια στρατιωτάκια
Να τα κλειδώσω σε κουτί

Έχω αφήσει στο μπαλκόνι
Λιγάκι χώμα απ’ την αυλή μου
Σαν το πατάω να πιστεύω
Πως φτάνει ο ήλιος στην ψυχή μου